Ο Γιάννης Παπαμιχαήλ παρουσιάζει το "μυστικό" της Αλίκης Βουγιουκλάκη (β μέρος)

Λες και έχει κακό προαίσθημα... Στην πτήση για Βοστώνη ήξερα πια ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά. Αυτό συζητούσα και με τη σύντροφό μου. Σοβαρά, αλλά στο μυαλό μου όλα τα θεωρούσα αναστρέψιμα και πίστευα πως για όλα υπάρχει ελπίδα. Αλλωστε, πηγαίναμε σε ένα από τα καλύτερα νοσοκομεία του κόσμου, το Mass General. Και μόνο η ιδέα ότι πας σε έναν τέτοιο χώρο για να εξεταστείς σου δίνει μια σιγουριά, μια βεβαιότητα ότι όλα θα κυλήσουν ομαλά. Αυτή τη βεβαιότητα τη διέλυσε ο κ. Πουλαντζάς σε μια κατ' ιδίαν συζήτηση που είχαμε στο πίσω μέρος της πρώτης θέσης. Φυσικά και δεν περίμενα πως εκεί, στα 33.000 πόδια, θα έχανα τα πάντα όταν θα μιλούσα μαζί του.

- Λοιπόν, γιατρέ, πιστεύω πια να τελειώσει η περιπέτεια της υγείας της μητέρας μου μετά από αυτό το ταξίδι, είπα σαν να ήταν όλα δεδομένα.

- Γιάννη, κάτσε δίπλα μου, μου απάντησε εκείνος αμέσως, κι εμένα μου κόπηκαν τα πόδια.

Το χαμηλωμένο βλέμμα του ήταν κακό προμήνυμα.

- Ακουσε, Γιάννη, παιδί μου, συνέχισε. Τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως νομίζεις ή τέλος πάντων έτσι όπως σ' τα έχουν πει.

Με κοίταξε μέσα στα μάτια υπονοώντας ότι η μητέρα μου δεν είχε επιστροφή από αυτόν τον κυκεώνα στον οποίο είχε μπει.

Σάστισα.

- Μα τι εννοείτε, γιατρέ; Τι συμβαίνει; Τι είναι αυτό που δεν γνωρίζω;

Και η απάντηση με πάγωσε. Επεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι μου...

Ο μυστικός αρραβώνας με τον πατέρα μου

Φήμες, ειδήσεις, σχόλια και πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή της μητέρας μου κατέκλυζαν καθημερινά τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής. Αν κάποιος εκδότης ήθελε να πουλήσει και να ξεπουλήσει, θα έβαζε στο εξώφυλλο πάντα τη μάνα μου δημοσιεύοντας είτε συνέντευξή της είτε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Πάντως, ό,τι κι αν έβαζαν, πάντα πουλούσε.

Ηταν η εποχή που είχε γίνει γνωστή η σχέση της Αλίκης με τον κορυφαίο οπερατέρ των ελληνικών στούντιο, τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς. Ενα ειδύλλιο που πούλησε αρκετά... Ο δε πατέρας μου διατηρούσε τότε σχέση με την αξέχαστη και καταπληκτική ηθοποιό Δέσπω Διαμαντίδου. Θυμάμαι τον ίδιο να μιλάει με ξεχωριστό σεβασμό για τη «μεγάλη κυρία του θεάτρου και του κινηματογράφου», η οποία τον βοήθησε πολύ στην καριέρα του. Η Δέσπω τότε επισκεπτόταν συχνά τον πατέρα μου στο θέατρο. Υπήρχε μεγάλη αγάπη μεταξύ τους και εκείνη τον πρόσεχε σε κάθε του βήμα. Είχε λοιπόν διακρίνει στα βλέμματα που αντήλλασσαν η Αλίκη και ο Δημήτρης μια ιδιαίτερη συμπάθεια. Κανείς όμως δεν πίστευε πως οι δύο «αντίπαλοι», Αλίκη και Δημήτρης, θα έφταναν στο σημείο να αρραβωνιαστούν!

Πώς έγινε; Η Αλίκη και ο Δημήτρης είχαν αποφασίσει να παίξουν μαζί στο θέατρο, σε ένα έργο του Ζαν Ανούιγ με τίτλο «Κολόμπ». Οταν ανακοινώθηκε στον Τύπο ότι θα ένωναν τις δυνάμεις τους στο σανίδι, πολλοί ήταν αυτοί που αναρωτήθηκαν και πίστεψαν ότι επρόκειτο για διαφημιστικό κόλπο.

«Δύο ανταγωνιστές στην ίδια σκηνή» έγραφε ο «Ταχυδρόμος», ενώ πολλές καλλιτεχνικές στήλες έσπευσαν να διαψεύσουν την είδηση ως αναληθή.

Ελα όμως που ήταν αληθινή!

Τη φαεινή ιδέα είχε ο θεατρικός επιχειρηματίας Τάκης Μακρίδης, ο οποίος τους έκανε συνθιασάρχες στη σκηνή του θεάτρου Κεντρικόν.

- Αφού κάνατε τέτοια επιτυχία στον κινηματογράφο μαζί, θα κάνετε ακόμα μεγαλύτερη στο θέατρο, είπε πρώτα στη μάνα μου, που το μυαλό της πήρε αμέσως χιλιάδες στροφές και κατάλαβε πως μια τέτοια σύμπραξη θα σημείωνε τεράστια εμπορική επιτυχία.

Αν και ο πατέρας μου στην αρχή είχε κάποιες αντιρρήσεις για το έργο, στο τέλος η Αλίκη τον έπεισε.

Παράλληλα όμως η Αλίκη και ο Δημήτρης κάνουν γυρίσματα για τη νέα ταινία της εταιρείας των Δαμασκηνού - Μιχαηλίδη σε σενάριο Αλέκου Σακελλάριου με τίτλο «Μοντέρνα Σταχτοπούτα». Κάποια από τα γυρίσματα γίνονται στη Ρώμη και υπάρχει ιδιαίτερη ερωτική ατμόσφαιρα μεταξύ των γονιών μου. Η μητέρα μου πάντα θυμόταν εκείνη την «πρώτη φορά» που αισθάνθηκε ο ένας για τον άλλον ένα φτερούγισμα στην καρδιά:

- Πήγαμε βόλτα με τον πατέρα σου σε πολλά ερωτικά σοκάκια της Ρώμης. Περπατήσαμε μόνοι μέσα στη νύχτα. Κάποια στιγμή με έσφιξε δυνατά. Κι ύστερα με καληνύχτισε. Τότε κατάλαβα πως και εκείνος με ήθελε αλλά και η δική μου καρδιά είχε πλέον φτερουγίσει γι' αυτόν.

Απλώς για την ιστορία θα πρέπει να αναφέρω πως ο Καρύδης, που αρχικά ήταν οπερατέρ στην ταινία, στη συνέχεια αντικαταστάθηκε. Αυτό ίσως έδωσε μια ελευθερία και στους δύο πρωταγωνιστές ώστε να μην αισθάνονται αμήχανα.

Μια μέρα, λοιπόν, καθώς μελετούν μαζί τους ρόλους τους, αρχίζουν να μιλούν για την ιδιωτική τους ζωή. Θυμούνται τις πίκρες και όλα όσα έχουν περάσει. Με αυτόν τον τρόπο έρχονται πιο κοντά - μα πάρα πολύ κοντά, όπως ακριβώς στην ταινία, όταν πέφτει η ατάκα «Με συγχωρείτε, ήταν τυχαίο».

Επιστρέφουν στην Αθήνα και προετοιμάζονται για την πρόβα τζενεράλε της παράστασης «Κολόμπ». Στο έργο υπάρχει μια σκηνή στην οποία ο πατέρας μου πρέπει να είναι ερωτικός απέναντι στη μητέρα μου και κοιτώντας την στα μάτια να της πει: «Σ' αγαπώ, Κολόμπ, σ' αγαπώ» και να τη φιλήσει στο στόμα με πάθος. Ο πατέρας μου όμως είναι πιο διαχυτικός από το κανονικό και τη φιλάει αληθινά. Η Αλίκη αλλάζει δέκα χρώματα.

Τότε κατάλαβε πως η ερωτική σκηνή του έργου σήμαινε ουσιαστικά την αρχή του μεγάλου τους έρωτα.

Κανείς δεν ήξερε το μυστικό τους. Ηθελαν όλο αυτό που τους συνέβαινε να το κρατήσουν κρυφό, τουλάχιστον μέχρι να βεβαιωθούν ότι όλα αυτά που ζούσαν ήταν αληθινά. Οτι ήταν ερωτευμένοι. Και όντως το κράτησαν κρυφό για περίπου δύο μήνες.

Ωστόσο κάθε βράδυ έπαιζαν στο έργο με τόση ένταση και έρωτα στο βλέμμα που ο κόσμος άρχισε να υποψιάζεται πως κάτι συνέβαινε μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, υπήρχε διάχυτος ερωτισμός στη σκηνή. Και όσο οι δυο τους έδειχναν ερωτευμένοι τόσο έκοβαν περισσότερα εισιτήρια.

Στις 9 Δεκεμβρίου 1964 το θέατρο είναι κατάμεστο και τα φώτα της ράμπας λούζουν τη σκηνή. Μισοσκόταδο όμως κυριαρχεί πίσω από το σκηνικό.

Ο πατέρας μου, λίγο προτού εμφανιστεί στη σκηνή με τη μητέρα μου, βγάζει βιαστικά τις βέρες από την τσέπη του. Πλατίνα και χρυσός.

Περνάει τη μία στο δάχτυλο της Αλίκης και, προτού εκείνη καταλάβει καλά καλά τι συμβαίνει, της λέει:

- Αρραβωνιαστήκαμε.

- Τι είπες; Αρραβωνιαστήκαμε;

- Φυσικά. Και πιο σιγά μη μας ακούσουν στην πλατεία. Πάμε τώρα...

- Πού, στην εκκλησία; ρωτάει σαστισμένη η Αλίκη.

- Οχι, στη σκηνή, της απαντάει.

Συγκινημένη και με απίστευτο τρακ βγαίνει τελικά με τον πατέρα μου στη σκηνή φορώντας και οι δύο τα δαχτυλίδια του αρραβώνα.

Τα ξαφνικά αρραβωνιάσματα έσπευσαν να τα αναγγείλουν η Αλίκη στη μητέρα της και ο Δημήτρης στους γονείς του. Μετά από λίγη ώρα όμως έφτασαν όλοι τους στο θέατρο για να τους συγχαρούν.

Το μυστικό τους μετά το πέρας της παράστασης δεν κρατήθηκε πλέον μυστικό ούτε στα παρασκήνια του θεάτρου. Αλλωστε, οι βέρες ήταν αστραφτερές και όλοι τις παρατήρησαν. Οι δε ερωτευμένοι ήταν ιδιαίτερα ευδιάθετοι και δεν μπορούσαν να κρύψουν τη χαρά τους. Οι εργαζόμενοι, χαρούμενοι, τους ρωτούσαν:

- Είναι αλήθεια;

Εκείνοι δεν ήθελαν να απαντήσουν. Από τη μία φοβούνταν το κακό μάτι και από την άλλη το αίνιγμα αυτό θα μπορούσε, αν το άφηναν να συζητιέται, να λειτουργήσει διαφημιστικά προς όφελός τους, καθώς ήταν τεράστιο θέμα, που για εβδομάδες θα απασχολούσε όλα τα μέσα.

Οταν το θέατρο κλείνει, ο Δημήτρης και η Αλίκη φεύγουν ανηφορίζοντας την πλατεία του θεάτρου και τρέχοντας φιλιούνται κατευθυνόμενοι προς την έξοδο.

Με γέλια φτάνουν μπροστά στην Τζάγκουαρ της Αλίκης, όπου την περιμένει, όπως κάθε βράδυ, ο οδηγός της, ο Κώστας. Αυτός της ανοίγει την πόρτα. Η Αλίκη στέκεται εκεί διστακτική για λίγο αλλά αστραπιαία γυρίζει στον μνηστήρα της.

- Πήγαινε, Κώστα, λέει στον οδηγό της. Απόψε θα φύγω με τον αρραβωνιαστικό μου.

Και κατευθύνεται στην πανέμορφη Σιτροέν του πατέρα μου.

Μετά από λίγο θα βρεθούν οι δυο τους στην ταβέρνα του Μπαρμπα-Στάθη στην Πλάκα. Ακολουθεί με το δικό του αυτοκίνητο ο θεατρικός επιχειρηματίας Τάκης Μακρίδης με τη σύζυγό του.

Ο ταβερνιάρης παθαίνει σοκ που τους βλέπει να μπαίνουν στο μαγαζί του. Κάνει να τους δώσει το χέρι του για να τους χαιρετήσει αλλά διαπιστώνει ότι δεν μπορεί, γιατί και στα δύο χέρια του κρατάει πιάτα. Από την ταραχή τού πέφτουν τα πιάτα κάτω.

- Καλώς ήρθατε στο μαγαζί μας! Είναι μεγάλη μας τιμή. Ολα απόψε είναι δικά σας. Και το μαγαζί δικό σας, τους λέει λάμποντας από χαρά.

Μετά από λίγο μπαίνει στην ταβέρνα ένας δημοσιογράφος που όλο το βράδυ τους παρακολουθούσε.

Την ώρα που έχουν υψωμένα τα ποτήρια για να τσουγκρίσουν, τους πλησιάζει.

- Μπορούμε να σας βγάλουμε μια φωτογραφία από αυτή την πρώτη σας επίσημη έξοδο;

- Οχι, απαντάει ο πατέρας μου.

- Οχι λοιπόν; ξαναρωτάει ο δημοσιογράφος.

- Ε, δεν είπαμε;

Και πάνω στο ναι και στο όχι βγαίνει η πρώτη φωτογραφία στην οποία ο πατέρας μου ταΐζει στο στόμα τη μάνα μου.

Να επιστρέψουμε όμως λίγο στον Γιώργο Ηλιάδη. Εκείνος υπεραγαπούσε τα παιδιά του, όπως τόνισα. Καθημερινά μιλούσε στη μάνα μου για εκείνα και εμένα με πρόσεχε το ίδιο όσο κι αυτά. Στον Γιώργο βρήκα την πατρική στοργή που μου έλειπε. Υπήρχαν στιγμές που ήθελα να είμαι περισσότερο μαζί του παρά με τον πατέρα μου. Του είχα τυφλή εμπιστοσύνη γιατί λάτρευε τη μητέρα μου και αυτό το έδειχνε και σε μένα. Μια μέρα, λοιπόν, η μάνα μου ξυπνάει και λέει στον Γιώργο:

- Τη Δευτέρα παντρευόμαστε...

- Οπως θες, Αλίκη μου, της απαντάει εκείνος, μόνο να μη δοθεί καμία απολύτως δημοσιότητα. Προς Θεού, για τα παιδιά μου.

Της μάνας μου της κακοφάνηκε που δεν δόθηκε δημοσιότητα, αναγνώριζε όμως στον Γιώργο ότι είχε παιδιά και ίσως τους δημιουργούσε σύγχυση. Ετσι δεν το είπε ούτε σε μένα και τελικά ο γάμος έγινε μυστικά.

Στο εκκλησάκι δίπλα από τη Μητρόπολη βρέθηκαν μόνο η Μουμού (Ηλιοπούλου), ο Ροζάκης, που ήταν ο κουμπάρος, μαζί με τη γυναίκα του Κρίστη, η Νότα, ο Τόλης και ο Σπύρος Παγιατάκης.

Η μητέρα μου φορούσε ένα απλό ανοιχτόχρωμο ταγεράκι και έτσι κανένας δεν τους πήρε είδηση. Ο γάμος τελέστηκε κάτω από τη μύτη όλων στην πιο κεντρική εκκλησία της Αθήνας. Μάλιστα οργανώθηκε τόσο βιαστικά που είχαν ξεχάσει να πάρουν ρύζι για να ρίξουν στο ζευγάρι και τότε πετάχτηκε η Μουμού δίπλα σε ένα ψιλικατζίδικο και αγόρασε.

Μετά την τελετή είχαν καλέσει στο μαγαζί «9+9» την Τζένη με τον Κώστα, τη Ζωή με τον Αλέξανδρο και φυσικά όσους είχαν παραστεί στο μυστήριο.

Από τότε ξεκίνησε και η στενή φιλία της μητέρας μου με τη Λάσκαρη και τον Λυκουρέζο.

Με τον Γιώργο όμως είχαν πολλά προβλήματα στον έγγαμο βίο τους. Το μυαλό εκείνου ήταν μόνο στα παιδιά του. Ηθελε να βρίσκεται συνεχώς κοντά τους και τα συχνά ταξίδια του κλόνισαν τη σχέση με τη μάνα μου. Ετσι ο Γιώργος επέστρεψε στην Κύπρο και στα παιδιά του και πήρε την απόφαση να χωρίσει με τη μητέρα μου.

Η μάνα μου ήταν φουλ ερωτευμένη μαζί του. Ωστόσο δεν μπορούσε να μπει ανάμεσα σε εκείνον και στα παιδιά. Καταλάβαινε την κατάσταση γιατί ήταν σχεδόν στην ίδια θέση όσον αφορούσε τον πατέρα μου. Ο Γιώργος αργότερα δήλωσε ότι «την Αλίκη την πλήγωσα πάνω στην πληγή.»...

....«Στο τέλος εκείνης της χειμερινής περιόδου, προς το Πάσχα, η μάνα μου αρχίζει να κάνει περισσότερη παρέα με τον Βλάση Μπονάτσο.

Ο Βλάσης είναι ένας χαρούμενος νέος, ευχάριστος και με χιούμορ. Κάνει τη μητέρα μου να γελά και να ξεχνιέται. Εχει κάτι που την ελκύει. Είναι άλλωστε ειλικρινής, άμεσος, ευθύς, τίμιος, χωρίς κόμπλεξ. Δεν κρατά τους τύπους με την Αλίκη, αλλά το κάνει με τέτοιον τρόπο που τη διασκεδάζει. Εκείνος είναι ένας τραγουδιστής της ροκ και εκείνη είναι διατεθειμένη να μπει στον δικό του ρυθμό.

Η ίδια ζει τόσο έντονα που του λέει κάποια στιγμή:

- Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Τη νιότη μου τώρα τη ζω. Ξεκίνησα δεκάξι-δεκαεπτά χρόνων και όλα αυτά τα χρόνια δουλεύω. Οχι πως δεν δουλεύω και τώρα, αλλά λες και η ζωή μου έχει σταματήσει ακριβώς στα δεκαεπτά μου χρόνια.

Ο Βλάσης, με την άνεσή του, με τον ψιλοαραχτό τρόπο ζωής του, κατάφερε να την απορρυθμίσει πολλές φορές, άθελά του. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα για να σας εξηγήσω τι εννοώ.

Η μάνα μου βρίσκεται με τον Βλάση στο νυχτερινό κέντρο «Φαντασία». Τότε: «Πω, ρε, μια κουκλάρα! Κοίτα!».

Και τη σκουντάει. Σκουντάει την εθνική σταρ για να δει μια κουκλάρα που περνάει πλάι της! Δεν είναι και τόσο κομψό. Η Αλίκη ξαφνιάζεται και ιντριγκάρεται ταυτόχρονα. Τσαντίζεται αλλά και παραδίνεται. Ο Βλάσης, όσο καιρό είναι μαζί της, την κρατά στην πρίζα. Και ήταν το μόνο αρσενικό που μπορούσε να της πει: «Μη λες βλακείες, Αλίκη» ή «Οχι τον ρόλο αυτόν σε μένα. Παίξ' τον πουθενά αλλού».

Ο Βλάσης αντιμετωπίζει τη μητέρα μου όπως θα αντιμετώπιζε ένα κοριτσάκι. Εκείνη ιντριγκάρεται με αυτόν τον νέο τύπο άντρα και παρατηρεί:

«Μου φέρεται σαν να είμαι καμιά γκρούπι σε συναυλία. Καλό και τούτο!».

Ο ίδιος φαίνεται να αγνοεί τα μεγέθη όταν την αποκαλεί «αδελφούλα»!

Η μάνα μου περνάει καλά μαζί του. Το ίδιο κι εγώ. Με μαθαίνει μουσική, πάμε μαζί σινεμά. Γενικά είναι ο φίλος μου. Με τον Βλάση είχαμε δέσει τόσο πολύ που, όταν έφυγε από τη ζωή, ήταν σαν να έχανα τον αδελφό μου.»....

Ακόμη και στις γκρίνιες της ο Βλάσης τα προσπερνούσε όλα και τη μαλάκωνε.

...«Το '93 ο πατέρας μου συνεργάζεται θεατρικά με την Κάτια Δανδουλάκη στην παράσταση "Ηρθες και θα μείνεις". Η μάνα μου έχει φαγωθεί να πάει μαζί με τον Βλάση να δουν την πρεμιέρα, μια και οι σχέσεις της με τον πατέρα μου έχουν σχετικά αποκατασταθεί.

Ο Γιάννης Παπαμιχαήλ παρουσιάζει το "μυστικό" της Αλίκης Βουγιουκλάκη (α μέρος)

Ο Γιάννης Παπαμιχαήλ παρουσιάζει το "μυστικό" της Αλίκης μέρος γ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ Κοινωνία

madata.gr
Σχολιάστε το άρθρο: