Οι Ισραηλινοί πολίτες προσέρχονται σήμερα, 27 Οκτωβρίου, στις κάλπες για μια εκλογική αναμέτρηση που ενδέχεται να σηματοδοτήσει το τέλος της πολυετούς παραμονής του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην εξουσία. Παρόλα αυτά, η απομάκρυνση του σημερινού πρωθυπουργού δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια αλλαγή πορείας για το Ισραήλ. Η μετατόπιση προς την ακροδεξιά, η πολιτική απέναντι στους Παλαιστινίους και οι περιορισμοί στην πολιτική εκπροσώπηση αναμένεται να συνεχιστούν, ακόμη και αν σχηματιστεί μια διαφορετική κυβέρνηση.
Η μετατόπιση προς την ακροδεξιά
Η ισραηλινή πολιτική σκηνή έχει μετατοπιστεί προς ένα υπερεθνικιστικό και αυταρχικό όραμα, το οποίο δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την παρουσία του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Οι δυνάμεις που προωθούν αυτό το όραμα έχουν αποκτήσει σημαντική επιρροή σε βασικούς θεσμούς της χώρας, εδραιώνοντας μια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση.
Ακόμη και η προοπτική μιας νέας κυβέρνησης δεν θεωρείται επαρκής από μόνη της για να ανατρέψει τις πολιτικές που έχουν ήδη εδραιωθεί. Η πολιτική στροφή προς την ακροδεξιά, η στάση απέναντι στους Παλαιστινίους και οι περιορισμοί στην πολιτική εκπροσώπηση αναμένεται να διατηρηθούν, ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα.
Οι βασικοί διεκδικητές και το κοινοβουλευτικό τοπίο
Βασικός διεκδικητής της πρωθυπουργίας εμφανίζεται ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού και επικεφαλής του κόμματος Yashar!. Σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, το κόμμα του συγκεντρώνει περίπου 22 έδρες, γεγονός που τον καθιστά ισχυρό υποψήφιο.
Από την άλλη πλευρά, το Λικούντ του Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίζεται να εξασφαλίζει περίπου 20 έδρες. Ωστόσο, κανένα από τα δύο μεγάλα πολιτικά μπλοκ δεν φαίνεται να διαθέτει σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γεγονός που καθιστά τον σχηματισμό κυβέρνησης μια σύνθετη και απαιτητική διαδικασία.
Προκλήσεις στον σχηματισμό κυβέρνησης
Η αντιπολίτευση, στην προσπάθειά της να σχηματίσει κυβέρνηση, θα χρειαστεί να αναζητήσει συμμάχους πέρα από τις δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως σιωνιστικές. Στο επίκεντρο αυτής της αναζήτησης βρίσκονται τα αραβικά κόμματα, τα οποία εκπροσωπούν τους Παλαιστινίους πολίτες του Ισραήλ, καθώς και τα υπερορθόδοξα κόμματα, των οποίων η στήριξη μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Παρά τη σημασία τους για την επίτευξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και τον σχηματισμό κυβέρνησης, οι ηγέτες του αντιπολιτευόμενου μπλοκ έχουν επανειλημμένα αποκλείσει το ενδεχόμενο συνεργασίας με αραβικά κόμματα. Αυτή η αντίφαση αποτυπώνεται και στη στάση που υιοθέτησαν ισραηλινά κόμματα απέναντι στη συμμετοχή αραβικών πολιτικών δυνάμεων στις εκλογές, αναδεικνύοντας τις εσωτερικές διαφωνίες.
Αποκλεισμοί αραβικών πολιτικών δυνάμεων
Στις 23 Σεπτεμβρίου, η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή έλαβε αποφάσεις για τον αποκλεισμό συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων και προσώπων από την εκλογική διαδικασία. Μεταξύ αυτών ήταν η Κοινή Λίστα, η Ενωμένη Αραβική Λίστα (Ραάμ), ο βουλευτής Οφέρ Κασίφ και ο Σάμι Αμπού Σεχάντε, ο οποίος είναι επικεφαλής του Μπαλάντ.
Οι αιτιάσεις για τους αποκλεισμούς αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την άρνηση της ύπαρξης του Ισραήλ ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους, καθώς και την υποστήριξη ένοπλου αγώνα εναντίον του. Οι αποφάσεις αυτές προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από τις θιγόμενες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες εξέφρασαν την αντίθεσή τους.
Οι αποκλεισμοί χαρακτηρίστηκαν από τις εν λόγω δυνάμεις ως μια προσπάθεια περιορισμού της πολιτικής εκπροσώπησης των Αράβων πολιτών και των επικριτών της κατοχής. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπέρ ορισμένων από τους αποκλεισμούς ψήφισαν και κόμματα της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων και το Yisrael Beiteinu του Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, γεγονός που υπογραμμίζει την ευρεία υποστήριξη σε αυτές τις αποφάσεις.
Με πληροφορίες από: Topontiki



