Η υπογεννητικότητα και η γήρανση απειλούν τα συνταξιοδοτικά ταμεία σε Ελλάδα και Ευρώπη

Η υπογεννητικότητα και η γήρανση απειλούν τα συνταξιοδοτικά ταμεία σε Ελλάδα και Ευρώπη

Τα συνταξιοδοτικά συστήματα παγκοσμίως βρίσκονται αντιμέτωπα με μια πρωτοφανή δημογραφική ασφυξία, καθώς η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και η αύξηση των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων εντείνουν τις πιέσεις. Η Ελλάδα καταγράφει ορισμένες από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε αυτό το πλαίσιο. Η κατακόρυφη πτώση των γεννήσεων, σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, υποσκάπτουν τα θεμέλια των ασφαλιστικών ταμείων, ωθώντας διαχειριστές κεφαλαίων και κυβερνήσεις να αναζητήσουν διέξοδο.

Η παγκόσμια δημογραφική πρόκληση

Σύμφωνα με τα στοιχεία του διεθνούς δείκτη Mercer CFA Institute Global Pension Index, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική σε παγκόσμιο επίπεδο. Από τα 55 συνταξιοδοτικά συστήματα που εξετάστηκαν, τα 43 βρίσκονται σε χώρες όπου ο δείκτης γονιμότητας είναι χαμηλότερος από το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού, το οποίο ανέρχεται σε 2,1 παιδιά ανά γυναίκα. Μάλιστα, σε 23 από αυτά τα κράτη, ο δείκτης αυτός υποχωρεί κάτω από το 1,5, γεγονός που σηματοδοτεί μια βαθιά δημογραφική ανισορροπία.

Παράλληλα με την πτώση των γεννήσεων, η ιατρική πρόοδος και οι βελτιωμένες συνθήκες διαβίωσης έχουν συμβάλει στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Συγκεκριμένα, στις ανεπτυγμένες οικονομίες, το προσδόκιμο ζωής στην ηλικία των 65 ετών έχει αυξηθεί κατά 50,9% από το 1950. Αυτό σημαίνει ότι ένας ασφαλισμένος που συνταξιοδοτείται στα 65 του χρόνια αναμένεται σήμερα να εισπράττει σύνταξη για περίπου 20 έτη, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα ασφαλιστικά ταμεία.

Η κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτή τη δημογραφική τάση, καθώς η κατάσταση αποτυπώνεται εξίσου δραματική. Ο συνολικός δείκτης γονιμότητας στην ΕΕ έχει υποχωρήσει στο 1,34 γεννήσεις ανά γυναίκα, καταγράφοντας ένα ιστορικό χαμηλό από το 2001. Αυτή η μείωση δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις για τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων των κρατών μελών.

Τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat φέρνουν την Ελλάδα στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού δημογραφικού προβλήματος, αναδεικνύοντας την ένταση της κατάστασης στη χώρα. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών με τις πιο δυσμενείς επιδόσεις, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη για αποτελεσματικές λύσεις.

Το ελληνικό παράδειγμα και οι επιπτώσεις

Ειδικότερα για την Ελλάδα, τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 είναι αποκαλυπτικά. Τρεις ελληνικές περιφέρειες κατέγραψαν δείκτη γονιμότητας κάτω από 1 γέννηση ανά γυναίκα. Αυτές οι περιφέρειες τοποθετούνται στη «μαύρη λίστα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δίπλα σε αντίστοιχες περιφέρειες της Ισπανίας, οι οποίες ανέρχονται σε 16, της Πολωνίας με 7 περιφέρειες και της Ιταλίας με 5 περιφέρειες. Αντίθετα, μόλις μία ελληνική περιφέρεια κατάφερε να διατηρήσει δείκτη γονιμότητας άνω του 1,75, υπογραμμίζοντας την ευρεία έκταση του προβλήματος.

Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου το συνταξιοδοτικό σύστημα είναι κατά βάση διανεμητικό, η υπογεννητικότητα απειλεί άμεσα τη δημοσιονομική ισορροπία. Σε ένα διανεμητικό σύστημα, οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων χρησιμοποιούνται για την πληρωμή των συντάξεων των σημερινών συνταξιούχων. Η μείωση του αριθμού των νέων εργαζομένων σε σχέση με τους συνταξιούχους δημιουργεί ένα κενό που είναι δύσκολο να καλυφθεί, ασκώντας τεράστιες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά.

Αναζήτηση λύσεων: Επενδύσεις υψηλού κινδύνου

Προκειμένου να καλύψουν τα ανοίγματα που δημιουργεί η μακροζωία και η υπογεννητικότητα, αρκετά συνταξιοδοτικά ταμεία διεθνώς αναγκάζονται να αναθεωρήσουν τις επενδυτικές τους στρατηγικές. Εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές και πιο ασφαλείς τοποθετήσεις, όπως τα κρατικά ομόλογα, και στρέφονται σε εναλλακτικές επενδύσεις που προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, αλλά συνεπάγονται και μεγαλύτερο κίνδυνο. Τοποθετήσεις σε private equity, δηλαδή ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, private credit, που αφορά την ιδιωτική πίστωση, καθώς και σε έργα υποδομών, επιστρατεύονται για να ενισχύσουν τις αποδόσεις των ταμείων.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελούν τα ταμεία πολιτειακών κυβερνήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Αυτά τα ταμεία διατηρούν μόλις το 20% των περιουσιακών τους στοιχείων σε ομόλογα, έχοντας εκθέσει το υπόλοιπο 80% σε μετοχές και ιδιωτικά κεφάλαια. Αυτή η στροφή προς επενδύσεις υψηλότερου ρίσκου υπογραμμίζει την πίεση που δέχονται τα συνταξιοδοτικά συστήματα να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά τους εν μέσω των δημογραφικών αλλαγών.

Με πληροφορίες από: Topontiki

Διαβάστε ακόμα