Το ΣτΕ έκρινε συνταγματική τη μη επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους

Το ΣτΕ έκρινε συνταγματική τη μη επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους

Οριστικά κλειστό παραμένει το ζήτημα της επαναφοράς των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε ότι η επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα εν λόγω επιδόματα, τα οποία είχαν καταργηθεί με τον νόμο 4093/2012, δεν συνιστά ούτε αντισυνταγματική παράλειψη ούτε παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ

Με την απόφαση 1201/2026, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με Πρόεδρο τον Μ. Πικραμένο και Εισηγητή τον Ι. Μιχαλακόπουλο, αποφάνθηκε ότι ο νομοθέτης δεν παραβίασε ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση αυτή καθιστά σαφές ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας, που είχαν καταργηθεί πλήρως με τον ν. 4093/2012, είναι σύμφωνη με την ισχύουσα νομοθεσία.

Το δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα της επαναφοράς των συγκεκριμένων επιδομάτων παραμένει οριστικά κλειστό. Η απόφαση αυτή ελήφθη λαμβάνοντας υπόψη διάφορα δεδομένα και νομικά επιχειρήματα, τα οποία αναλύθηκαν διεξοδικά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

Η αφετηρία της «πρότυπης δίκης»

Η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια του ΣτΕ μέσω της διαδικασίας της «πρότυπης δίκης», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του νόμου 3900/2010. Αφετηρία αποτέλεσε αγωγή που είχε ασκήσει ένας δημόσιος υπάλληλος στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Με την αγωγή του, ο υπάλληλος ζητούσε την καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών για κάθε έτος.

Η αξίωση του ενάγοντα δημοσίου υπαλλήλου αφορούσε συγκεκριμένα την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2023 έως την 31η Δεκεμβρίου 2024. Υπέρ του υπαλλήλου είχε παρέμβει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο η ΑΔΕΔΥ, ενώ η αξίωση του στηριζόταν, μεταξύ άλλων, στην Οδηγία 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το σκεπτικό για την Οδηγία 2022/2041

Ένα από τα βασικά ζητήματα που εξέτασε το Συμβούλιο της Επικρατείας ήταν κατά πόσο η Οδηγία 2022/2041 μπορούσε να αποτελέσει νομική βάση για την αξίωση του δημοσίου υπαλλήλου. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η συγκεκριμένη οδηγία θα μπορούσε να προσβληθεί μόνο για το χρονικό διάστημα μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024. Αυτή η ημερομηνία αποτελεί την προθεσμία κατά την οποία έληξε η υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.

Ο ενάγων είχε επικαλεστεί είτε τη μη μεταφορά είτε την πλημμελή μεταφορά της Οδηγίας 2022/2041, η οποία έγινε με τον νόμο 5163/2024. Το ΣτΕ, στηριζόμενο σε πάγια νομολογία δική του και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποσαφήνισε ότι η επίκληση της Οδηγίας είναι δυνατή μόνο για το διάστημα που έπεται της εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς της.

Η νομολογία του ΔΕΕ και η αρμοδιότητα των κρατών-μελών

Η Ολομέλεια του ΣτΕ επικαλέστηκε επίσης τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Ειδικότερα, αναφέρθηκε στην απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2025, η οποία εκδόθηκε στην υπόθεση C-19/23. Με αυτή την απόφαση, το ΔΕΕ είχε κρίνει ότι η ρύθμιση των αποδοχών των εργαζομένων, καθώς και ο καθορισμός του κατώτατου μισθού, παραμένουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών-μελών.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η «επάρκεια του κατώτατου μισθού» δεν αποτελεί ευρωπαϊκή έννοια. Μάλιστα, ακύρωσε διάταξη της Οδηγίας 2022/2041, η οποία δέσμευε τα κράτη-μέλη να συμπεριλάβουν στα εθνικά κριτήρια καθορισμού κατώτατων μισθών συγκεκριμένα στοιχεία. Αυτά τα στοιχεία περιλάμβαναν την αγοραστική δύναμη των νόμιμων κατώτατων μισθών λαμβάνοντας υπόψη το κόστος διαβίωσης, το γενικό επίπεδο των μισθών και την κατανομή τους, τον ρυθμό αύξησης των μισθών, καθώς και τα εθνικά επίπεδα και τις μακροπρόθεσμες εξελίξεις στην παραγωγικότητα. Επίσης, το ΔΕΕ έκρινε ότι ούτε το άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν σχετικό.

Δημοσιονομική πολιτική και αξιοπρεπής διαβίωση

Επιπρόσθετα, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι δεν προέκυψε πως η μη καταβολή των επιδομάτων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων. Η απόφαση αυτή ελήφθη με γνώμονα τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το έτος 2018 και τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) σχετικά με το «όριο φτώχειας».

Με βάση αυτά τα δεδομένα και την πάγια νομολογία του σχετικά με τα περιθώρια εκτίμησης του νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται αντισυνταγματική παράλειψη εκ μέρους του νομοθέτη.

Πηγή: Newsbeast

Διαβάστε ακόμα

Δείτε ακόμα