Η Τεχεράνη απέστειλε καθησυχαστικό μήνυμα προς την Κύπρο, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν υφίσταται απειλή για το νησί, υπό την προϋπόθεση ότι οι βρετανικές βάσεις δεν θα χρησιμοποιηθούν για ενέργειες εναντίον του Ιράν. Αυτή η τοποθέτηση έρχεται στον απόηχο πληροφοριών που ήθελαν την Τεχεράνη να εξετάζει πλήγματα σε ευρωπαϊκά εδάφη, ενώ παράλληλα οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοινώνουν μια νέα, σκληρή εκστρατεία οικονομικών κυρώσεων που στοχεύει και τους εμπορικούς εταίρους της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Το μήνυμα του Ιράν προς τη Λευκωσία
Ιρανικές διπλωματικές πηγές, τις οποίες επικαλείται η κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης», διευκρίνισαν ότι δεν υπάρχει φόβος για την Κύπρο, εφόσον οι βρετανικές βάσεις στο νησί δεν χρησιμοποιηθούν εις βάρος του Ιράν. Το μήνυμα αυτό αποτελεί μια σαφή τοποθέτηση της Τεχεράνης προς τη Λευκωσία, με στόχο να αμβλύνει τις ανησυχίες που είχαν προκύψει.
Οι ίδιες πηγές τόνισαν ότι η επικοινωνία μεταξύ Τεχεράνης και Λευκωσίας συνεχίζεται κανονικά, χαρακτηρίζοντας το διπλωματικό κανάλι μεταξύ των δύο πλευρών ως «ενεργό». Στις συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη περιλαμβάνεται, σύμφωνα με τις πληροφορίες, και το ζήτημα των βρετανικών βάσεων που βρίσκονται στην Κύπρο.
Ανησυχίες και διευκρινίσεις για πιθανούς στόχους
Η ιρανική τοποθέτηση ήρθε μία ημέρα μετά από δημοσίευμα των Financial Times, το οποίο ανέφερε ότι η Τεχεράνη εξετάζει το ενδεχόμενο να διευρύνει τα πλήγματά της και σε ευρωπαϊκά εδάφη που χρησιμοποιούνται για επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν. Μεταξύ των περιοχών που αναφέρονταν ως πιθανοί στόχοι ήταν και η Κύπρος, λόγω της παρουσίας των βρετανικών βάσεων στο νησί, γεγονός που προκάλεσε ανησυχία στη Λευκωσία.
Ωστόσο, οι ιρανικές διπλωματικές πηγές εμφανίστηκαν επιφυλακτικές απέναντι σε τέτοιες πληροφορίες. Υποστήριξαν ότι δηλώσεις ή εκτιμήσεις που προέρχονται από Ιρανούς αξιωματούχους δεν αποτελούν απαραίτητα ειλημμένες αποφάσεις ή επίσημη θέση της Τεχεράνης. Χαρακτηριστικά ανέφεραν: «Δηλώσεις από ιρανικές πηγές δεν είναι και πολύ αξιόπιστες και αποτελούν απλά εικασίες που προέρχονται από την απάντηση και αντίδραση Ιρανών αξιωματούχων στις απειλές της άλλης πλευράς.»
Ειδικά για την Κύπρο, οι πηγές δήλωσαν: «Συγκεκριμένα, στην περίπτωση της Κύπρου, ο δρόμος και το κανάλι της διπλωματίας είναι πολύ ενεργά και τα μέρη συζητούν διάφορα θέματα, συμπεριλαμβανομένων και των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο. Όσο δεν υπάρχει εχθρική πράξη από τις Βάσεις κατά του Ιράν, τότε τίποτα δεν θα συμβεί.» Οι ιρανικές αρχές έχουν επίγνωση των ανησυχιών της κυπριακής πλευράς για τους πολίτες που ζουν και εργάζονται εντός των ορίων αυτών των Βάσεων, αλλά επισήμαναν ότι οι ζωές των Ιρανών πολιτών μπορούν επίσης να τεθούν σε κίνδυνο αν αυτές οι Βάσεις χρησιμοποιηθούν κατά του Ιράν.
Η «οικονομική D-Day» και οι αμερικανικές κυρώσεις
Παράλληλα με τις εξελίξεις στην Κύπρο, η Ουάσινγκτον μεταφέρει την πίεση προς την Τεχεράνη από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο. Ο Ντόναλντ Τραμπ προανήγγειλε μια νέα, ιδιαίτερα σκληρή εκστρατεία κυρώσεων, προειδοποιώντας παράλληλα τις χώρες που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με το Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει περιγράψει την επόμενη φάση των μέτρων ως «οικονομική D-Day», στέλνοντας μήνυμα ότι οι αμερικανικές κινήσεις δεν θα περιοριστούν στην ίδια την ιρανική οικονομία.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι είχε δώσει στην ιρανική ηγεσία την ευκαιρία να καταλήξει σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά η Τεχεράνη δεν την αξιοποίησε. Σε επιθετική ανάρτησή του, προανήγγειλε τη μεγαλύτερη επιχείρηση οικονομικού πολέμου που έχει εξαπολυθεί ποτέ εναντίον μιας χώρας. Το κρίσιμο στοιχείο της νέας στρατηγικής της Ουάσινγκτον είναι ότι στο στόχαστρο μπορούν να βρεθούν και τρίτες χώρες, τράπεζες ή επιχειρήσεις που διατηρούν εμπορικές, ενεργειακές ή χρηματοπιστωτικές σχέσεις με την Τεχεράνη, προσφέροντας της οικονομική στήριξη.
Οι εμπορικοί εταίροι του Ιράν στο στόχαστρο
Σύμφωνα με το Reuters και οικονομικά στοιχεία που επικαλείται, η νέα αυτή πολιτική δημιουργεί πιέσεις σε μια σειρά από χώρες που διατηρούν διαφορετικού βαθμού οικονομικούς δεσμούς με το Ιράν. Μεταξύ των σημαντικότερων εμπορικών εταίρων της Τεχεράνης που βρίσκονται στο στόχαστρο είναι η Κίνα, η Τουρκία, το Ιράκ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν, το Πακιστάν, η Ινδία, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ουάσινγκτον είναι το Πεκίνο, καθώς η Κίνα αποτελεί τον βασικό αγοραστή του ιρανικού πετρελαίου. Το 2025, η Κίνα εισήγαλε από το Ιράν περίπου 1,38 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με το Reuters, μέσω σύνθετων εμπορικών και χρηματοπιστωτικών δικτύων που δυσκολεύουν την εφαρμογή των αμερικανικών κυρώσεων. Περισσότερο από το 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου κατευθύνεται προς την κινεζική αγορά, με τα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια να αγοράζουν μεγάλες ποσότητες ιρανικού αργού και να έχουν σχετικά περιορισμένη έκθεση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το εμπόριο αυτό έχει αναπτυχθεί μέσα από πολύπλοκες διαδρομές, με φορτία να εμφανίζονται ορισμένες φορές ως προερχόμενα από άλλες χώρες και συναλλαγές να πραγματοποιούνται σε γουάν αντί για δολάρια.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούν εδώ και χρόνια σημαντικό οικονομικό σύνδεσμο του Ιράν με τις διεθνείς αγορές. Τράπεζες του Ντουμπάι διατηρούσαν σημαντικές καταθέσεις που συνδέονταν με ιρανικά συμφέροντα, αν και πολλές από αυτές έχουν δεσμευτεί λόγω των αμερικανικών κυρώσεων. Το 2024, τα ΗΑΕ αντιπροσώπευαν περίπου το 30% των ιρανικών εισαγωγών, αξίας 21 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Την ίδια χρονιά, το μερίδιό τους στις ιρανικές εξαγωγές διαμορφώθηκε περίπου στο 13%, ενώ το μη πετρελαϊκό εμπόριο των δύο χωρών διαμορφώθηκε το 2024 στα 6,6 δισ. δολάρια, με τις επανεξαγωγές να αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα.
Με πληροφορίες από: Ieidiseis, Topontiki, Newsbeast



