Οι μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων στον κόσμο, όπως η Coca-Cola, η Procter & Gamble, η Nestle και η Reckitt, προαναγγέλλουν εκ νέου αύξηση των τιμών των προϊόντων τους μέσα στον επόμενο χρόνο. Η κίνηση αυτή αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του συνεχώς αυξανόμενου κόστους παραγωγής και λειτουργίας. Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές εκφράζουν διστακτικότητα απέναντι στις αυξημένες δαπάνες στα σουπερμάρκετ, ιδίως όσον αφορά τα είδη τροφίμων, καθώς το κόστος που επιβαρύνει τους παραγωγούς μετατοπίζεται πλέον στην αγοραστική τους δυνατότητα.
Οι πιέσεις από το αυξανόμενο κόστος παραγωγής
Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζει να δημιουργεί δυσκολίες στους παραγωγούς, καθώς προκαλεί σημαντικά υψηλότερο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών και μεταφορών. Αυτή η κατάσταση φέρνει τις εταιρείες παραγωγής απορρυπαντικών, αναψυκτικών και σνακ αντιμέτωπες με μια δύσκολη ισορροπία. Από τη μία πλευρά, πρέπει να προστατεύσουν τα περιθώρια κέρδους τους, ενώ από την άλλη, κινδυνεύουν να χάσουν ένα μέρος των καταναλωτών τους λόγω των ανατιμήσεων.
Οι ακόμη υψηλότερες τιμές στα καθημερινά προϊόντα εντείνουν τις ανησυχίες ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί σε υψηλά επίπεδα και τον επόμενο χρόνο. Οι αυξημένοι λογαριασμοί για καύσιμα και τρόφιμα αποτελούν έναν καθοριστικό παράγοντα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, οι οποίες είναι προγραμματισμένες να διεξαχθούν την επόμενη εβδομάδα, επηρεάζοντας την οικονομική ατζέντα.
Η στάση των καταναλωτών και οι επιπτώσεις στις πωλήσεις
Η τάση των καταναλωτών πλέον έχει αλλάξει, με την προσοχή τους να στρέφεται σε εταιρείες λιγότερο γνωστές και σε οικονομικότερα προϊόντα. Οι αγοραστές αποφεύγουν συστηματικά να αγοράζουν τα ακριβότερα επώνυμα συσκευασμένα τρόφιμα, αναζητώντας πιο προσιτές επιλογές για τις καθημερινές τους ανάγκες και τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Αυτή η νέα συνθήκη στην αγορά, σε συνδυασμό με την εκτίναξη του κόστους λόγω των αναταραχών στη Μέση Ανατολή, έχει δημιουργήσει ένα δύσκολο περιβάλλον. Επιπλέον, οι επιπτώσεις από τις πεσμένες πωλήσεις των εταιρειών τροφίμων κατά τη διάρκεια της πανδημίας έχουν καθηλώσει τους παραγωγούς και τους πωλητές, οι οποίοι δυσκολεύονται σημαντικά να αυξήσουν τις πωλήσεις τους και να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος.
Δηλώσεις στελεχών και προβλέψεις για το μέλλον
Ο David Wagner, ο οποίος είναι επικεφαλής μετοχών και διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην Aptus Capital Advisors, επενδυτή της PepsiCo, προχώρησε σε μια σημαντική δήλωση. Συγκεκριμένα, τόνισε ότι «η τιμολόγηση είναι το τελευταίο εργαλείο που έχει απομείνει σε αυτές τις εταιρείες και το χρησιμοποιούν σε έναν καταναλωτή που έχει ήδη φτάσει στα όριά του όσον αφορά την προθυμία του να πληρώσει περισσότερα».
Την Τρίτη, ο διευθύνων σύμβουλος της Coca-Cola, Henrique Braun, έκανε λόγο για τη συνεχιζόμενη πίεση στους καταναλωτές. Ο κ. Braun δήλωσε ότι αυτή η πίεση ενδέχεται να συνεχιστεί έως το 2027, επισημαίνοντας ότι «βλέπουμε αυξημένες πιέσεις στο κόστος, οι οποίες οφείλονται στην αύξηση του κόστους logistics και μεταφορών». Η δήλωση αυτή υπογραμμίζει την εκτίμηση για μακροχρόνιες επιπτώσεις στην αγορά.
Περιορισμένα περιθώρια απορρόφησης επιβαρύνσεων
Το αυξημένο κόστος εξελίσσεται σε ένα μείζον εμπόδιο για τις μεγάλες εταιρείες τροφίμων και καταναλωτικών αγαθών. Τα περιθώρια που έχουν για να απορροφήσουν νέες επιβαρύνσεις περιορίζονται διαρκώς, γεγονός που καθιστά αναπόφευκτη τη μετακύλιση των αυξημένων εξόδων στους τελικούς καταναλωτές, επηρεάζοντας περαιτέρω τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι από πέρσι, οι εταιρείες είχαν ήδη βρεθεί αντιμέτωπες με δασμούς στις εισαγωγές, οι οποίοι είχαν επιβληθεί από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Αυτοί οι δασμοί πρόσθεσαν ένα επιπλέον βάρος στο λειτουργικό τους κόστος, δημιουργώντας ένα ακόμα πιο πιεστικό περιβάλλον για τον κλάδο των τροφίμων και των καταναλωτικών αγαθών.
Με πληροφορίες από: Newsit



