Οριστικό τέλος στις δικαστικές διεκδικήσεις για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους έβαλε η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε για ακόμη μία φορά τα αιτήματα για αναδρομική καταβολή των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας.
Όπως επισήμανε ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, μιλώντας στο ΕΡΤnews, το θέμα θεωρείται πλέον οριστικά κλειστό σε δικαστικό επίπεδο. Η απόφαση αυτή δημιουργεί δεδικασμένο, καθιστώντας σαφές ότι η δικαστική οδός για την επαναφορά των συγκεκριμένων παροχών έχει εξαντληθεί.
Οριστικό τέλος στις δικαστικές διεκδικήσεις
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε οριστικά τα αιτήματα των δημοσίων υπαλλήλων που ζητούσαν την αναδρομική καταβολή του 13ου και 14ου μισθού. Αυτή η απόφαση αφορά συγκεκριμένα τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας, παροχές που είχαν περικοπεί.
Σύμφωνα με τον εργατολόγο Γιάννη Καρούζο, αυτή είναι η δέκατη φορά που αντίστοιχα αιτήματα δεν γίνονται δεκτά από το ανώτατο δικαστήριο. Η επανειλημμένη απόρριψη των διεκδικήσεων κλείνει οριστικά το ζήτημα σε δικαστικό επίπεδο, δημιουργώντας ένα ισχυρό δεδικασμένο για παρόμοιες μελλοντικές προσφυγές.
Η μόνη οδός πλέον η πολιτική απόφαση
Μετά την κρίση της Ολομέλειας του ΣτΕ, ο Γιάννης Καρούζος εξήγησε ότι δεν διαφαίνεται πλέον καμία δυνατότητα επαναφοράς των συγκεκριμένων παροχών μέσω της δικαστικής οδού. Αυτό σημαίνει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν σε δικαστική δικαίωση για το ζήτημα των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας.
Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε αλλαγή στο συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί πλέον να προκύψει μόνο μέσα από πολιτική απόφαση. Η επαναφορά των δώρων και των επιδομάτων θα απαιτήσει σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, εφόσον βέβαια το επιτρέψουν τα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας.
Το σκεπτικό της προσφυγής και η απάντηση του δικαστηρίου
Η προσφυγή των δημοσίων υπαλλήλων στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο για τους αξιοπρεπείς κατώτατους μισθούς. Το πλαίσιο αυτό έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία και συνδέεται με τον νέο τρόπο καθορισμού του κατώτατου μισθού στη χώρα.
Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι ανάλογα κριτήρια, όπως το κόστος διαβίωσης και το επίπεδο της φτώχειας, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη και για τις δικές του αποδοχές. Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε επαρκείς τις μισθολογικές ενισχύσεις που έχουν δοθεί μέχρι σήμερα στους εργαζομένους του Δημοσίου, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Παράλληλα, το δικαστήριο δεν έκανε δεκτή τη σύγκριση ανάμεσα στις αυξήσεις των αποδοχών στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Το ΣτΕ αιτιολόγησε την απόφασή του επικαλούμενο ότι πρόκειται για διαφορετικά μισθολογικά καθεστώτα, ενώ ελήφθη υπόψη και σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις των χαμηλών αποδοχών
Πέρα από τη νομική διάσταση του ζητήματος, ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος στάθηκε και στις ευρύτερες επιπτώσεις που έχουν οι χαμηλές αποδοχές στον δημόσιο τομέα. Επισήμανε ότι οι χαμηλοί μισθοί επηρεάζουν την προσέλκυση και τη διατήρηση εργαζομένων στο Δημόσιο.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ένας νεοδιοριζόμενος δημόσιος υπάλληλος, ειδικά εάν έχει οικογενειακές υποχρεώσεις και βρίσκεται στην πρώτη του τοποθέτηση, ενδέχεται να δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και τις βασικές ανάγκες διαβίωσής του με τον μισθό που λαμβάνει. Αυτή η διάσταση υπογραμμίζει τις κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δημόσιοι λειτουργοί.
Με πληροφορίες από: Enikos, Reader, Ieidiseis



