Ο Άαρον Σόρκιν, γνωστός από τις σεναριακές του δουλειές όπως το «Ζήτημα τιμής» και το «The social network», αναλαμβάνει πλέον και τον ρόλο του σκηνοθέτη στην ταινία «The social reckoning». Το φιλμ παρουσιάζει μια ιστορία που θέτει εν αμφιβόλω την ηθική του γνωστότερου μέσου κοινωνικής δικτύωσης, του Facebook, το οποίο ίδρυσε ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ. Η πλοκή ξετυλίγεται γύρω από μια εργαζόμενη της πλατφόρμας, η οποία αποφασίζει να τροφοδοτήσει με κρίσιμα στοιχεία τον δημοσιογράφο Τζέφρι Χόροβιτς.
Ο Χόροβιτς, ο οποίος εργάζεται για την «Wall Street Journal», γίνεται ο αποδέκτης των πληροφοριών που αποκαλύπτουν πτυχές της λειτουργίας του Facebook. Η ταινία κινείται ανάμεσα στην καταγγελία και την αναζήτηση της αλήθειας, προσπαθώντας να φωτίσει τις σκιές πίσω από τη δημοφιλή πλατφόρμα. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε τους Τζέρεμι Στρονγκ, Τζέρεμι Άλλεν Γουάιτλ, Νίκι Μάντισον και Σίντνεϊ Σουίνι.
Η υπόθεση της ταινίας και οι βασικοί συντελεστές
Η κεντρική ιδέα του «The social reckoning» περιστρέφεται γύρω από την αποκάλυψη πληροφοριών που αφορούν την ηθική διάσταση του Facebook. Μια εργαζόμενη του κολοσσού των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η οποία λειτουργεί σαν άλλη Κασάνδρα, προμηνύει δεινά για το συγκεκριμένο μέσο. Αυτή η γυναίκα, με την κίνησή της, τροφοδοτεί με στοιχεία τον δημοσιογράφο Τζέφρι Χόροβιτς, ο οποίος εργάζεται για την «Wall Street Journal».
Ο Τζέφρι Χόροβιτς είναι, μάλιστα, το πραγματικό όνομα του δημοσιογράφου, καθώς η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα που συνδέονται με τον κόσμο του Facebook. Η συνεργασία τους αποτελεί την κινητήρια δύναμη της πλοκής, η οποία στοχεύει να κοντράρει ένα ισχυρό σύστημα. Το καστ της ταινίας περιλαμβάνει τους Τζέρεμι Στρονγκ, Τζέρεμι Άλλεν Γουάιτλ, Νίκι Μάντισον και Σίντνεϊ Σουίνι, οι οποίοι ενσαρκώνουν τους βασικούς χαρακτήρες αυτής της ιστορίας.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Άαρον Σόρκιν
Ο Άαρον Σόρκιν, ο οποίος ξεκίνησε την καριέρα του ως σεναριογράφος, αναλαμβάνει τώρα και τη σκηνοθεσία στο «The social reckoning». Η ταινία αυτή μοιάζει με σίκουελ, καθώς συνεχίζει την ιστορία που ξεκίνησε με το «Social network», το οποίο είχε σκηνοθετήσει ο Ντέιβιντ Φίντσερ. Αυτή η διασύνδεση δημιουργεί προσδοκίες, δεδομένης της επιτυχίας και της σκηνοθετικής δεινότητας του Φίντσερ.
Ωστόσο, η σκηνοθετική προσέγγιση του Σόρκιν διαφοροποιείται. Ενώ ο Φίντσερ γνώριζε τον τρόπο να οργανώνει την πλοκή, να την εμποτίζει με αιρετικές απόψεις και να επιτρέπει στον θεατή να διεισδύσει σε αυτήν, ακόμα και από πλάγιες οδούς, ο Σόρκιν δεν ρισκάρει. Δεν παραβιάζει τους καθιερωμένους κανόνες, με αποτέλεσμα η ενδιαφέρουσα ιστορία να μένει σε ένα επιφανειακό επίπεδο, χωρίς να εμβαθύνει στα κρυμμένα της σημεία.
Η κριτική στην αφηγηματική δομή και τους χαρακτήρες
Η ταινία, παρά την ενδιαφέρουσα θεματολογία της, αδυνατεί να στήσει ένα σκηνικό έντασης και να το «χρωματίσει» με τον τρόπο που θα εξερευνούσε τις κρυμμένες γωνιές της ιστορίας. Ο σκηνοθέτης μένει στην απλή αφήγηση και ποντάρει στον συναισθηματισμό, κάτι που δεν επαρκεί για να αναδείξει το βάθος του θέματος. Παρόλο που ο Σόρκιν προσπαθεί να αποφύγει τη γραμμική αφήγηση, χρησιμοποιώντας τεχνικές με «πίσω-μπρος» στον χρόνο, αυτό δεν είναι αρκετό για να προσδώσει την απαιτούμενη δυναμική.
Επιπλέον, οι χαρακτήρες και οι σχέσεις μεταξύ τους δεν έχουν τη μεγάλη υποστήριξη που θα χρειαζόταν για να αναπτυχθούν πλήρως. Η ταινία χαρακτηρίζεται ως μια ορθογραφημένη καταγγελία, η οποία μπορεί να παρακολουθηθεί για τις πραγματολογικές πληροφορίες που παρέχει. Ως εκεί, υπάρχει ένα ενδιαφέρον. Θα μπορούσε, όμως, ο Σόρκιν να είχε πάρει μαθήματα από τον Άλαν Τζ. Πάκουλα, τον δημιουργό της παρόμοιας σε προθέσεις ταινίας, «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου», προκειμένου να εμβαθύνει περισσότερο.
Πραγματολογικές πληροφορίες και το «ηθικό δίδαγμα»
Το φιλμ βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα που έχουν να κάνουν με τον κόσμο του Facebook, προσφέροντας στον θεατή μια σειρά από πραγματολογικές πληροφορίες. Αυτή η διάσταση της ταινίας είναι και το σημείο όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς προσφέρει μια ματιά στα παρασκήνια ενός από τα μεγαλύτερα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, η κινηματογραφική μεταφορά αυτών των γεγονότων δεν κρίνεται επαρκής, καθώς, όπως αναφέρεται, στον κινηματογράφο δεν αρκεί μια καλή ιστορία, αλλά και η ικανότητα να τη σκηνοθετήσεις αποτελεσματικά.
Στο τέλος, η ταινία καταλήγει σε ένα «ηθικό δίδαγμα» που συχνά συναντάται σε ανάλογες παραγωγές. Μετά από ένα κήρυγμα για τη δημοκρατία και την ελευθερία του λόγου από την κεντρική ηρωίδα, μένει το άλλοθι ότι ακόμα και μέσα σε ένα προβληματικό σύστημα, κάποιοι άνθρωποι επιπλέουν και συμβάλλουν στη βελτίωση των πραγμάτων. Το μήνυμα που προκύπτει είναι ότι στην Αμερική πάντα θα βρίσκονται κάποιοι να υπερασπίσουν τις αξίες της, αφήνοντας μια αίσθηση ότι η ταινία λειτουργεί και ως ένα είδος δικαιολογίας για το σύστημα.
Με πληροφορίες από: Topontiki