Συμφωνία Τραμπ-Πούτιν για ρωσικό ντίζελ προκαλεί έντονες αντιδράσεις

Συμφωνία Τραμπ-Πούτιν για ρωσικό ντίζελ προκαλεί έντονες αντιδράσεις

Μία συμφωνία μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντιμίρ Πούτιν για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, με σκοπό τη μείωση των τιμών των καυσίμων, έχει προκαλέσει αντιδράσεις. Η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να μειώσει τις τιμές των καυσίμων συνοδεύεται από προσωρινή χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Αυτό εγείρει ερωτήματα για τη συνέπεια της αμερικανικής πολιτικής και τον κίνδυνο ενίσχυσης των εσόδων που χρηματοδοτούν τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Η «ουσιαστική και φιλική» συνομιλία

Σύμφωνα με σύμβουλο του Κρεμλίνου, Γιούρι Ουσάκοφ, η τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντιμίρ Πούτιν χαρακτηρίστηκε ως «ουσιαστική και φιλική». Η επικοινωνία αυτή, η οποία διήρκεσε μιάμιση ώρα, οδήγησε στο ενεργειακό ντιλ για την προμήθεια ντίζελ στις ΗΠΑ και τις διεθνείς αγορές.

Το μεγαλύτερο μέρος της συνομιλίας των δύο προέδρων επικεντρώθηκε στις προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Ωστόσο, ο Πούτιν υποβάθμισε τις προοπτικές άμεσης επανέναρξης των τριμερών ειρηνευτικών συνομιλιών. Ο Γιούρι Ουσάκοφ δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «κανείς από τους δύο δεν ήθελε να κλείσει πρώτος το τηλέφωνο», προσθέτοντας πως «το έκλεισαν ταυτόχρονα, κυριολεκτικά την ίδια στιγμή».

Αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ για τη συμφωνία με τον Βλαντιμίρ Πούτιν έρχεται λιγότερο από έναν μήνα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Το υψηλό κόστος του ντίζελ ασκεί πιέσεις στους καταναλωτές και την αμερικανική οικονομία, την ώρα που πολιτικοί και αναλυτές αμφισβητούν τη σκοπιμότητα της χαλάρωσης των περιορισμών στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές, καθώς και τη δυνατότητα ουσιαστικής και διατηρήσιμης μείωσης των τιμών μέσω αυτής της συμφωνίας.

Η ανακοίνωση της Παρασκευής, 9 Οκτωβρίου 2026, προκάλεσε επικρίσεις για την αλλαγή κατεύθυνσης της αμερικανικής πολιτικής. Μόλις τρεις εβδομάδες νωρίτερα, ο Τραμπ είχε υπογράψει νόμο που ενισχύει τη δυνατότητα επιβολής οικονομικών περιορισμών στους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο νόμος αυτός παρέχει στον Αμερικανό πρόεδρο τη δυνατότητα επιβολής δασμών έως 100% στους σημαντικότερους αγοραστές ρωσικού αργού πετρελαίου ή φυσικού αερίου.

Κριτική από Ρεπουμπλικανούς βουλευτές

Η αντίφαση που αναδεικνύεται είναι ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί πλέον να αυξήσει την προσφορά ενός ρωσικού πετρελαϊκού προϊόντος στην αγορά, ενώ μέχρι πρόσφατα επιδίωκε να περιορίσει τα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας, προκειμένου να ασκήσει πίεση για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Η κριτική δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς, καθώς ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Μάικλ Μακόλ εξέφρασε την ανησυχία ότι η χαλάρωση των κυρώσεων μπορεί να ενισχύσει οικονομικά τη Ρωσία, παρά την ανάγκη περιορισμού των τιμών του ντίζελ.

Ο Μακόλ επισήμανε ότι ο πρόσφατος νόμος έδωσε στον πρόεδρο σημαντικές εξουσίες και διαπραγματευτικά μέσα απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία, με στόχο την επίτευξη συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου. Αν και αναγνώρισε την ανάγκη μείωσης των τιμών των καυσίμων, προειδοποίησε ότι η χαλάρωση των περιορισμών στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές ενδέχεται να χρηματοδοτήσει την πολεμική μηχανή του Κρεμλίνου και να ενθαρρύνει περαιτέρω βία. Ανάλογη αντίδραση καταγράφηκε και από τον Ρεπουμπλικανό βουλευτή Ντον Μπέικον, ο οποίος υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να αξιοποιήσει τις νέες κυρώσεις για να αυξήσει την πίεση προς τον Πούτιν.

Διεθνείς αντιδράσεις: Ουκρανία και Ευρωπαϊκή Ένωση

Μετά τη δημοσιοποίηση της τηλεφωνικής επικοινωνίας, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι καταδίκασε τη συμφωνία για το ντίζελ, χαρακτηρίζοντάς την «επένδυση σε έναν πόλεμο που πρέπει να τερματιστεί».

Σε αντίθετη κατεύθυνση από το αμερικανικό άνοιγμα στο ρωσικό ντίζελ τοποθετείται η Κομισιόν, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει αποφασιστικά την απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα. Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε ότι «η Ευρώπη γνωρίζει πολύ καλά το κρυφό κόστος που συνδέεται με την υπερβολική εξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Και δεν επιθυμεί να τροφοδοτεί τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας». Η δήλωση αυτή αναδεικνύει τη διαφορετική κατεύθυνση της Επιτροπής έναντι της Ουάσιγκτον, τονίζοντας πως η ΕΕ μειώνει την εξάρτησή της από τα ρωσικά καύσιμα και «θα συνεχίσει αποφασιστικά να το κάνει». Παράλληλα, η Κομισιόν επαναλαμβάνει ότι είναι αναγκαία μια κατάπαυση του πυρός που θα προστατεύει τον παγκόσμιο εφοδιασμό τροφίμων και τις ενεργειακές υποδομές στην Ουκρανία και τη Ρωσία, ενώ δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες πολιτικές αντιδράσεις από τα κράτη μέλη.

Με πληροφορίες από: Newsit, Topontiki

Δείτε ακόμα