Στεγαστική ασφυξία στην Ελλάδα: Χιλιάδες κενά σπίτια και υψηλά ενοίκια

Στεγαστική ασφυξία στην Ελλάδα: Χιλιάδες κενά σπίτια και υψηλά ενοίκια

Η εξασφάλιση αξιοπρεπούς στέγης μετατρέπεται σε οικονομικό εφιάλτη για ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, παρά το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει χιλιάδες κενές κατοικίες. Περίπου ένα στα τρία σπίτια παραμένει κενό, την ίδια στιγμή που έξι στους δέκα ενοικιαστές αναγκάζονται να διαθέτουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες. Αυτή η αντίφαση αναδεικνύεται στη νέα τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ, η οποία φωτίζει τις βαθιές ανισορροπίες στην ελληνική αγορά ακινήτων.

Οι ανισορροπίες στην αγορά ακινήτων

Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ, οι τιμές των ακινήτων έχουν πλέον ξεπεράσει τα επίπεδα που ίσχυαν πριν από την οικονομική κρίση. Ταυτόχρονα, τα ενοίκια συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, ενώ οι μισθοί και τα διαθέσιμα εισοδήματα των νοικοκυριών αδυνατούν να ακολουθήσουν αυτή την τάση. Το αποτέλεσμα είναι η κατοικία να απορροφά κατά μέσο όρο το 34,6% του διαθέσιμου εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών.

Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο από τον αντίστοιχο μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος περιορίζεται στο 18,9%. Η Ελλάδα καταγράφει τη δυσμενέστερη επίδοση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, γεγονός που υπογραμμίζει το μέγεθος της στεγαστικής πίεσης που βιώνουν οι πολίτες.

Το παράδοξο των κενών κατοικιών

Πίσω από το εντυπωσιακό ποσοστό των κενών κατοικιών, που αγγίζει το ένα τρίτο του συνολικού αποθέματος, κρύβεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Μεγάλο μέρος αυτών των κατοικιών βρίσκεται στην περιφέρεια της χώρας, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα όπου συγκεντρώνονται οι περισσότερες στεγαστικές ανάγκες.

Ειδικότερα, στην Αττική, όπου η ζήτηση για στέγαση είναι ιδιαίτερα αυξημένη, το ποσοστό των κενών κατοικιών είναι το χαμηλότερο σε ολόκληρη τη χώρα. Αυτό δείχνει μια γεωγραφική ανισορροπία στην κατανομή των διαθέσιμων ακινήτων σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.

Παράγοντες που επιδεινώνουν την κατάσταση

Πέρα από τη γεωγραφική κατανομή, άλλοι παράγοντες συμβάλλουν στον περιορισμό των επιλογών για τους ενοικιαστές. Η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, καθώς και η παραμονή ακινήτων εκτός αγοράς λόγω εκκρεμοτήτων που σχετίζονται με «κόκκινα» δάνεια, περιορίζουν ακόμη περισσότερο την προσφορά κατοικιών προς ενοικίαση ή πώληση.

Ένας επιπλέον σημαντικός παράγοντας είναι η οικοδομική καθίζηση που παρατηρήθηκε την προηγούμενη δεκαετία. Η κατασκευή νέων κατοικιών κατέρρευσε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και άρχισε να ανακάμπτει ουσιαστικά μετά το 2018. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα γερασμένο στεγαστικό απόθεμα, το οποίο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες.

Η πίεση σε τιμές και ενοίκια

Από το 2017 και μετά, οι τιμές των κατοικιών ακολουθούν μια σταθερά ανοδική πορεία, με ετήσιες αυξήσεις που τα τελευταία χρόνια προσεγγίζουν το 10%. Αντίστοιχη πίεση καταγράφεται και στα ενοίκια, με τον σχετικό δείκτη να αυξάνεται κατά 10% μέσα στο 2025.

Αυτή η συνεχής άνοδος περιορίζει δραστικά την οικονομική δυνατότητα των νοικοκυριών να αγοράσουν ή να νοικιάσουν κατοικία. Το πρόβλημα πλήττει ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, όπως τους νέους, τους ανέργους και τις μονογονεϊκές οικογένειες, οι οποίες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να βρουν προσιτή στέγη.

Η κατάσταση της στεγαστικής πίστης και τα προγράμματα

Την ίδια στιγμή που οι στεγαστικές ανάγκες αυξάνονται, η στεγαστική πίστη παραμένει σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με την προ κρίσης εποχή. Οι νέες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων έφτασαν το 2025 τα 2,1 δισ. ευρώ, ένα ποσό σημαντικά μικρότερο έναντι των περίπου 15 δισ. ευρώ που είχαν εκταμιευθεί το 2007.

Ο ΙΟΒΕ επισημαίνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα στεγαστικά προγράμματα επιδότησης της ζήτησης, όπως είναι το πρόγραμμα «Σπίτι μου». Η έκθεση αναδεικνύει την ανάγκη για αποτελεσματικές λύσεις απέναντι στην αυξανόμενη στεγαστική κρίση.

Με πληροφορίες από: Topontiki

Δείτε ακόμα