Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα της Eurostat για το 2024, η Ελλάδα εμφανίζεται να κατέχει την καλύτερη αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα στοιχεία αυτά κάνουν λόγο για 7,4 μαθητές ανά δάσκαλο στη χώρα μας, ένα νούμερο που προκαλεί μειδίαμα και έρχεται σε έντονη αντίθεση με την καθημερινότητα των ελληνικών σχολικών αιθουσών, όπου οι γονείς βλέπουν τα παιδιά τους να στοιβάζονται σε τμήματα των 25 μαθητών.
Τα ευρωπαϊκά δεδομένα και η «πρωτιά» της Ελλάδας
Η Ευρώπη, με 23,2 εκατομμύρια μαθητές στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, βιώνει σοβαρές δημογραφικές ανατροπές, όπως καταγράφουν τα στοιχεία της Eurostat για το τρέχον έτος. Μέσα σε αυτή την ευρύτερη εικόνα, η Ελλάδα ξεχωρίζει με μια αναλογία 7,4 μαθητών ανά εκπαιδευτικό, αφήνοντας πίσω της ακόμα και το Λουξεμβούργο, το οποίο βρίσκεται στη δεύτερη θέση με 8,2 μαθητές ανά δάσκαλο.
Η αναλογία μαθητών-δασκάλων αποτελεί ένα σημαντικό μέτρο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί έμμεσα για την ανάλυση και την αξιολόγηση της ποιότητας της σχολικής εκπαίδευσης. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο μέσος όρος διαμορφώνεται στους 13,3 μαθητές ανά δάσκαλο. Η ελληνική επίδοση, όπως παρουσιάζεται από την Eurostat, με 7,4 μαθητές ανά εκπαιδευτικό, είναι σχεδόν η μισή από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που την κατατάσσει στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η απόκλιση από την ελληνική σχολική πραγματικότητα
Παρά την εντυπωσιακή ευρωπαϊκή «πρωτιά» που καταγράφουν τα επίσημα στοιχεία, η απόκλιση του αριθμού των 7,4 μαθητών ανά εκπαιδευτικό από την αλήθεια των ελληνικών σχολικών αιθουσών χαρακτηρίζεται ως απόλυτη στρέβλωση. Η εικόνα αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εμπειρία χιλιάδων γονέων, των οποίων τα παιδιά φοιτούν σε τμήματα που αριθμούν συχνά 24 ή 25 συμμαθητές.
Επιπλέον, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο της συγχώνευσης τμημάτων εν μέσω της σχολικής χρονιάς, ενώ οι δάσκολοι αντιμετωπίζουν τεράστια οργανικά κενά. Αυτή η έντονη αντίθεση μεταξύ των επίσημων στοιχείων και της βιωμένης πραγματικότητας δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν η Ελλάδα να εμφανίζει τόσο χαμηλό αριθμό μαθητών ανά εκπαιδευτικό στα ευρωπαϊκά δεδομένα, τη στιγμή που οι συνθήκες στις σχολικές αίθουσες μαρτυρούν μια εντελώς διαφορετική εικόνα;
Η «παγίδα» του μέσου όρου
Η απάντηση στην παραπάνω αντίφαση φαίνεται να κρύβεται στην «παγίδα του μέσου όρου» και στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας. Ο αριθμός των 7,4 μαθητών ανά εκπαιδευτικό προκύπτει από έναν υπολογισμό που συνυπολογίζει διαφορετικές σχολικές μονάδες με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Για παράδειγμα, στον ίδιο υπολογισμό περιλαμβάνεται ένα ασφυκτικά γεμάτο δημοτικό σχολείο στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο μπορεί να έχει πολλά τμήματα με μεγάλο αριθμό μαθητών, μαζί με ένα σχολείο που βρίσκεται σε απομακρυσμένη περιοχή, στην άγονη γραμμή ή στην ορεινή Ελλάδα. Ένα τέτοιο σχολείο μπορεί να λειτουργεί συνολικά με μόλις 10 μαθητές και 2 εκπαιδευτικούς, επηρεάζοντας σημαντικά τον μέσο όρο προς τα κάτω.
Ο ρόλος των αναπληρωτών εκπαιδευτικών στην καταγραφή
Στην εξίσωση που οδηγεί στον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 7,4 μαθητών ανά εκπαιδευτικό, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η «στρατιά» των αναπληρωτών εκπαιδευτικών. Χιλιάδες εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται κάθε χρόνο με συμβάσεις αναπληρωτών, προκειμένου να καλύψουν τα κενά που υπάρχουν στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Αυτοί οι εκπαιδευτικοί καλύπτουν συχνά θέσεις παράλληλης στήριξης, διοικητικά κενά, ή λειτουργούν σε καθεστώς μερικής απασχόλησης. Τα ευρωπαϊκά κιτάπια, όμως, τους προσμετρούν ως ενεργό διδακτικό προσωπικό. Με αυτό τον τρόπο, η πραγματική δομική δυσλειτουργία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και η επισφαλής εργασιακή κατάσταση και η ομηρία των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, μετατρέπονται και βαφτίζονται σε ευρωπαϊκή «πρωτιά» στα επίσημα στατιστικά στοιχεία.
Με πληροφορίες από: Reader