Οι νέοι εξοπλισμοί και το χρονικό κενό επιχειρησιακής ωρίμανσης

Οι νέοι εξοπλισμοί και το χρονικό κενό επιχειρησιακής ωρίμανσης

Η Ελλάδα διανύει μια περίοδο σημαντικής ανανέωσης των Ενόπλων Δυνάμεών της, με την προμήθεια προηγμένων οπλικών συστημάτων που αναμένεται να αλλάξουν την αρχιτεκτονική ισχύος της χώρας. Παρά τις κυβερνητικές ανακοινώσεις για την καλύτερη εξοπλιστική περίοδο των τελευταίων δεκαετιών, αναδεικνύεται ένα κρίσιμο χρονικό κενό τουλάχιστον τριών ετών, μεταξύ της παράδοσης και της πλήρους επιχειρησιακής λειτουργίας αυτών των συστημάτων.

Η μεγαλύτερη αναδιάρθρωση των ενόπλων δυνάμεων

Η χώρα μας βρίσκεται στο επίκεντρο της πιο εκτεταμένης αναδιάρθρωσης των Ενόπλων Δυνάμεων που έχει παρατηρηθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσονται φρεγάτες νέας γενιάς, μαχητικά αεροσκάφη F-35, αναβαθμισμένα F-16 Viper, Rafale, καθώς και ιταλικές φρεγάτες FREMM. Επιπλέον, ένα πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, γνωστό ως «Ασπίδα του Αχιλλέα», έρχεται να συμπληρώσει τη νέα αρχιτεκτονική ισχύος.

Οι διαδικασίες απόκτησης αυτών των συστημάτων δεν υπήρξαν πάντοτε πλήρως διαφανείς, καθώς πολλές από αυτές πραγματοποιήθηκαν μέσω απευθείας αναθέσεων ή διμερών συμφωνιών, χωρίς τη διεξαγωγή διαγωνισμών. Ωστόσο, η ουσία παραμένει στην ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της χώρας.

Το χάσμα μεταξύ παράδοσης και επιχειρησιακής ετοιμότητας

Σε ό,τι αφορά τα οπλικά συστήματα, είναι σημαντικό να διαχωρίζονται τρία στάδια: το «παραγγέλθηκε», το «παραδόθηκε» και το πότε ένα σύστημα είναι «πραγματικά μάχιμο». Παρά τις δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων για την εξοπλιστική ενίσχυση, προκύπτει ένα σημαντικό χρονικό κενό, το οποίο εκτιμάται σε τουλάχιστον μία τριετία.

Ένα οπλικό σύστημα θεωρείται επιχειρησιακά κρίσιμο μόνο όταν πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αυτές περιλαμβάνουν την ύπαρξη εκπαιδευμένου προσωπικού, τις απαραίτητες υποδομές, τα κατάλληλα όπνα, τα ανταλλακτικά και το λογισμικό. Επιπλέον, απαιτείται υψηλή διαθεσιμότητα και, κυρίως, η δυνατότητα να ενταχθεί σε πραγματικές επιχειρήσεις μετά από ενδελεχή εκπαίδευση.

Το παράδειγμα των φρεγατών Belharra στο Πολεμικό Ναυτικό

Μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές συντελείται στο Πολεμικό Ναυτικό, με την απόκτηση των φρεγατών FDI/Belharra. Η πρώτη ελληνική φρεγάτα αυτού του τύπου, η «Κίμων», έχει ήδη παραδοθεί και βρίσκεται σε ελληνική υπηρεσία. Πρόκειται για ένα πλοίο σχεδιασμένο για επιχειρήσεις υψηλής έντασης, εξοπλισμένο με σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα και προηγμένες δυνατότητες αεράμυνας και ανθυποβρυχιακού πολέμου.

Ωστόσο, η παράδοση ενός πλοίου δεν σημαίνει ότι αυτό αποκτά άμεσα το ανώτατο επίπεδο επιχειρησιακής ωριμότητας. Απαιτείται εκπαίδευση του πληρώματος, δοκιμές, πιστοποιήσεις, διαθεσιμότητα όπλων και η σταδιακή ενσωμάτωση στο επιχειρησιακό δόγμα του Στόλου. Για την φρεγάτα «Κίμων», η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων της αποτελεί μια συνεχιζόμενη διαδικασία που θα ολοκληρωθεί μέσα στο 2026 και το 2027.

Η σταδιακή ένταξη των νέων μονάδων

Για να επιτευχθεί αυτό που η κυβέρνηση περιγράφει ως την απόκτηση των Belharra, απαιτούνται ακόμη αρκετά βήματα. Η φρεγάτα «Νέαρχος» βρίσκεται στο τελικό στάδιο πριν από την παράδοσή της, η οποία αναμένεται τον Οκτώβριο. Παράλληλα, η «Φορμίων» έχει ήδη ξεκινήσει τις θαλάσσιες δοκιμές και προβλέπεται να παραδοθεί έως το τέλος του τρέχοντος έτους. Για αμφότερες τις φρεγάτες, η επιχειρησιακή ωρίμανση εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί στα μέσα με τέλη του 2027.

Η τέταρτη φρεγάτα FDI, η «Θεμιστοκλής», η οποία θα διαθέτει μια πιο αναβαθμισμένη διαμόρφωση, αναμένεται να παραδοθεί το 2028. Η πλήρης επιχειρησιακή της ωρίμανση υπολογίζεται για την περίοδο 2029-2030. Μόνο τότε θα έχει το Πολεμικό Ναυτικό την πλήρη επιχειρησιακή δυνατότητα που προσφέρουν αυτές οι νέες μονάδες.

Πλήρης επιχειρησιακή ωρίμανση το 2030

Η συνολική μεγάλη αλλαγή για την Ελλάδα, όσον αφορά την επιχειρησιακή ετοιμότητα των νέων οπλικών συστημάτων, δεν θα συμβεί από τη μία ημέρα στην άλλη. Θα αρχίσει να γίνεται ορατή από το 2027 και μετά, με την πλήρη φάση ωρίμανσης να αναμένεται να επιτευχθεί γύρω στο 2030. Μέχρι τότε, η σταδιακή ενσωμάτωση και η εκπαίδευση του προσωπικού θα είναι κρίσιμης σημασίας για την αποτελεσματική αξιοποίηση των νέων δυνατοτήτων.

Με πληροφορίες από: Topontiki

Δείτε ακόμα