Τα ελληνικά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν μια πραγματική οικονομική ασφυξία, καθώς η φορολογική επιβάρυνση στη χώρα κινείται σε επίπεδα που θυμίζουν Σκανδιναβία. Την ίδια στιγμή, οι παροχές του κοινωνικού κράτους παραπέμπουν περισσότερο σε βαλκανικό κράτος. Τα αποκαλυπτικά αυτά δεδομένα προέρχονται από πρόσφατη μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η οποία βασίστηκε σε επίσημα στοιχεία της Eurostat που δημοσιεύτηκαν στα τέλη Οκτωβρίου.
Η φορολογική επιβάρυνση σε «σκανδιναβικά» επίπεδα
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΚΕΦΙΜ, το φορολογικό βάρος στην Ελλάδα παραμένει καθηλωμένο στα επίπεδα του 2019, γεγονός που ακυρώνει στην πράξη τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς περί ελαφρύνσεων και μειώσεων εισφορών. Ειδικότερα, το 2025, η συνολική επιβάρυνση από φόρους και εισφορές παρέμεινε αμετακίνητη στο 41,3% του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό όχι μόνο «ισοφαρίζει» τις επιδόσεις του 2019, αλλά ξεπερνά τον μέσο όρο των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 2019-2025, η Ελλάδα διατήρησε μια σταθερή απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο φορολόγησης. Η απόσταση αυτή κυμάνθηκε από 3 έως 5,5 ποσοστιαίες μονάδες, διαμορφούμενη στο +3,4% το 2025. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το αφήγημα περί γενικευμένης ελάφρυνσης των πολιτών που προβάλλεται διαρκώς.
Συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών
Την ίδια στιγμή που στην υπόλοιπη Ευρώπη καταγράφεται αύξηση των κονδυλίων που προορίζονται για την κοινωνική προστασία, στην Ελλάδα επιλέχθηκε η συρρίκνωσή τους. Συγκεκριμένα, οι κοινωνικές δαπάνες υποχώρησαν από το 19,6% στο 17,7% του ΑΕΠ. Αυτή η υποχώρηση των κοινωνικών δαπανών συντελείται μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία τα δημόσια έσοδα παρουσιάζουν θεαματική διόγκωση.
Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ υπογραμμίζει αυτή την αντίφαση, καθώς η μείωση των παροχών του κοινωνικού κράτους συμβαίνει ενώ θα μπορούσε να υπάρξει ενίσχυση, δεδομένης της αύξησης των εσόδων. Η ουσιαστική διαφορά, όπως επισημαίνεται, έγκειται στο γεγονός ότι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι πολίτες απολαμβάνουν ανταποδοτικά ένα ισχυρό πλέγμα προστασίας.
Εκτίναξη των δημόσιων εσόδων
Τα φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα εκτινάχθηκαν ονομαστικά από τα 76,4 δισεκατομμύρια ευρώ το 2019 στα 103,2 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025. Αυτό αντιπροσωπεύει ένα άλμα της τάξεως του 35% μέσα σε αυτή την εξαετία. Η σημαντική αυτή αύξηση των εσόδων δεν συνοδεύτηκε, ωστόσο, από αντίστοιχη ενίσχυση των κοινωνικών παροχών.
Η διόγκωση των δημόσιων εσόδων, παρά τη διατήρηση του υψηλού φορολογικού βάρους, αναδεικνύει μια ασυμφωνία μεταξύ της εισπρακτικής ικανότητας του κράτους και της ανταπόδοσης προς τους πολίτες. Τα στοιχεία αυτά έρχονται να ενισχύσουν την εικόνα της οικονομικής ασφυξίας που βιώνουν τα ελληνικά νοικοκυριά.
Η αδικία των έμμεσων φόρων
Η αρχιτεκτονική του ελληνικού φορολογικού συστήματος αποκαλύπτει μια βαθιά κοινωνική αδικία σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Η Ελλάδα σκαρφάλωσε στην 4η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την είσπραξη έμμεσων φόρων. Οι έμμεσοι φόροι απορροφούν το 17,2% του ΑΕΠ, καταγράφοντας τεράστια απόκλιση 3,8 μονάδων από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος ανέρχεται στο 13,4%.
Η συγκεκριμένη επιλογή φορολόγησης πλήττει καίρια τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Το κύμα ακρίβειας και ο πληθωρισμός που παρατηρήθηκαν την τελευταία πενταετία εξανέμισαν κάθε ονομαστική αύξηση του μέσου εισοδήματος, καθιστώντας τους έμμεσους φόρους ακόμη πιο επιβαρυντικούς για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.
Ανταποδοτικότητα και ρητορική
Ενώ οι πολίτες σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη απολαμβάνουν ένα ισχυρό πλέγμα προστασίας ως ανταπόδοση για τη φορολόγησή τους, στην Ελλάδα η κυβέρνηση περιορίζεται στην επανάληψη ρητορικών σχημάτων περί δήθεν φορολογικών ελαφρύνσεων. Αυτή η διαφορά στην ανταποδοτικότητα των φόρων αποτελεί βασικό σημείο της μελέτης του ΚΕΦΙΜ.
Η ανάλυση των επίσημων στοιχείων της Eurostat, όπως αξιοποιήθηκαν από το ΚΕΦΙΜ, δείχνει ότι η πραγματικότητα των αριθμών διαφέρει από το προβαλλόμενο αφήγημα, με τους Έλληνες φορολογούμενους να συνεχίζουν να σηκώνουν ένα δυσανάλογο βάρος χωρίς αντίστοιχες κοινωνικές παροχές.
Με πληροφορίες από: Ieidiseis