Η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει σταθερή από το 2019

Η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει σταθερή από το 2019

Η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα αναμένεται να παραμείνει το 2025 στα ίδια επίπεδα με εκείνα του 2019 για το σύνολο της οικονομίας. Αυτό προκύπτει από τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για τους φόρους, τα οποία δημοσιεύθηκαν στις 28 Οκτωβρίου. Η ανάλυση των δεδομένων από το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) δείχνει ότι η Ελλάδα εισέπραξε φόρους και κοινωνικές εισφορές ίσες με το 41,3% του ΑΕΠ το 2025.

Η φορολογική επιβάρυνση και η θέση της Ελλάδας στην ΕΕ

Ο δείκτης της φορολογικής επιβάρυνσης ως ποσοστό του ΑΕΠ θεωρείται ο καλύτερος δημοσιονομικός δείκτης για την απάντηση στο ερώτημα «πόσοι είναι οι φόροι» στο σύνολο της οικονομίας. Για το 2025, η Ελλάδα καταγράφει φορολογική επιβάρυνση 41,3% του ΑΕΠ, ποσοστό που είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο των 27 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ανέρχεται στο 37,9%.

Η εξέλιξη της φορολογικής επιβάρυνσης από το 2019 μέχρι σήμερα παρουσίασε διακυμάνσεις. Συγκεκριμένα, η κορύφωση σημειώθηκε το 2022, φτάνοντας το 42,8%, ενώ το χαμηλότερο σημείο καταγράφηκε το 2023, με ποσοστό 40,5% του ΑΕΠ. Παρά τις διακυμάνσεις αυτές, η έναρξη του 2025 βρίσκει τη χώρα με την ίδια φορολογική επιβάρυνση στο σύνολο της οικονομίας με το 2019.

Η δομή των φόρων: Έμφαση στους έμμεσους

Στη δομή της φορολογίας, η Ελλάδα κατατάσσεται τέταρτη στην ΕΕ των 27 όσον αφορά τους έμμεσους φόρους. Αυτοί αντιστοιχούν στο 17,2% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 13,4% για τα κράτη μέλη. Ειδικότερα, ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) μόνος του αντιπροσωπεύει το 9,4% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 7,2%.

Αυτή η δομή της φορολογίας έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρύνεται δυσανάλογα η κατανάλωση. Κάθε αγορά αγαθών και υπηρεσιών στην Ελλάδα φέρει υψηλότερο έμμεσο φορολογικό φορτίο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ, με εξαίρεση τρεις. Αυτό υποδηλώνει μια σημαντική εξάρτηση των κρατικών εσόδων από φόρους που επηρεάζουν άμεσα τις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών.

Άμεσοι φόροι και κοινωνικές εισφορές

Στον τομέα των άμεσων φόρων, η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Συγκεκριμένα, οι άμεσοι φόροι αντιστοιχούν στο 11% του ΑΕΠ, δηλαδή 1,2 μονάδες κάτω από τον μέσο όρο των κρατών μελών, ο οποίος είναι 12,2%.

Όσον αφορά τις κοινωνικές εισφορές, η Ελλάδα βρίσκεται ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Με 13% του ΑΕΠ, οι κοινωνικές εισφορές είναι 0,9 μονάδες υψηλότερες από τον μέσο όρο των κρατών μελών, που ανέρχεται στο 12,1%.

Κατανομή των κρατικών δαπανών και κοινωνική προστασία

Σχετικά με την κατανομή των πόρων, η κοινωνική προστασία απορροφά ένα σημαντικό μέρος της συνολικής κρατικής δαπάνης. Συγκεκριμένα, το 36,7% των δαπανών κατευθύνεται στην κοινωνική προστασία, ποσοστό που είναι σχεδόν ίδιο με τον μέσο όρο των κρατών της ΕΕ, ο οποίος είναι 36,6%.

Ωστόσο, η ανάλυση των στοιχείων του 2024 δείχνει μια συγκεκριμένη κατανομή εντός της κοινωνικής προστασίας. Από κάθε 1.000 ευρώ που δαπανώνται, σχεδόν 800 ευρώ κατευθύνονται σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων. Αυτό το ποσό είναι σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο των 620 ευρώ που δαπανώνται κατά μέσο όρο στην ΕΕ των 27 για τον ίδιο σκοπό.

Κοινωνική προστασία και ανάγκες των νεότερων γενεών

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η ελληνική κοινωνική προστασία χαρακτηρίζεται ουσιαστικά ως συνταξιοδοτική δαπάνη. Αυτό υποδηλώνει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση των πόρων.

Ως αποτέλεσμα, οι πόροι που απομένουν για την κάλυψη των αναγκών των νεότερων γενεών, όπως για την οικογένεια, την αναπηρία και τη στέγαση, είναι αναλογικά οι μισοί ή και λιγότεροι σε σύγκριση με ό,τι ισχύει στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Με πληροφορίες από: Newsit

Δείτε ακόμα