Σταθερή η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παρά τις μειώσεις συντελεστών

Σταθερή η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παρά τις μειώσεις συντελεστών

Η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 41,3% του ΑΕΠ το 2025, ποσοστό που παραμένει αμετάβλητο σε σχέση με το 2019, παρά τις μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών που εφαρμόστηκαν στο ενδιάμεσο διάστημα. Αυτό προκύπτει από ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η οποία επισημαίνει ότι ο μέσος όρος των 27 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στο 37,9%, δηλαδή 3,4 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα.

Η ανάλυση του ΚΕΦΙΜ και η συνολική επιβάρυνση

Η καταγραφή του ΚΕΦΙΜ αναδεικνύει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις επιμέρους φοροελαφρύνσεις, τις οποίες η κυβέρνηση προβάλλει στον απολογισμό της οικονομικής της πολιτικής, και στην πραγματική εξέλιξη του συνολικού βάρους φόρων και εισφορών. Παρόλο που οι συντελεστές μειώθηκαν, οι συνολικές εισπράξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν υποχώρησαν, παραμένοντας στα ίδια επίπεδα.

Στο διάστημα των έξι ετών, τα έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές παρουσίασαν αύξηση, φτάνοντας από τα 76,4 δισ. ευρώ στα 103,2 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μια ονομαστική άνοδο περίπου 35%. Η ανάλυση αυτή, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, και ο επικεφαλής Ερευνών, Κωνσταντίνος Σαραβάκος, εξετάζει τόσο την προέλευση των εσόδων όσο και την κατανομή των δημόσιων δαπανών.

Οι λόγοι πίσω από την αύξηση των εσόδων

Η μεταβολή αυτή στα έσοδα συνδέεται με διάφορους παράγοντες. Συγκεκριμένα, η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης συνέβαλαν στην ενίσχυση των φορολογικών εσόδων. Παράλληλα, η αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων διαδραμάτισε επίσης ρόλο στην αύξηση των εισπράξεων του κράτους.

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που επηρέασε την άνοδο των εσόδων είναι η επίδραση του πληθωρισμού. Ο πληθωρισμός, αυξάνοντας τις τιμές, διευρύνει την ονομαστική αξία των συναλλαγών, κάτι που επηρεάζει άμεσα τις εισπράξεις από φόρους όπως ο ΦΠΑ.

Η απόκλιση στην έμμεση φορολογία

Η μεγαλύτερη απόκλιση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εντοπίζεται στους έμμεσους φόρους. Η χώρα μας κατατάσσεται τέταρτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη σχετική επιβάρυνση, με τα έσοδα από αυτούς τους φόρους να αντιστοιχούν στο 17,2% του ΑΕΠ. Ο μέσος όρος της ΕΕ για τους έμμεσους φόρους είναι 13,4%.

Ειδικότερα, οι εισπράξεις μόνο από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) φτάνουν το 9,4% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 7,2% στον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό δείχνει ότι η φορολόγηση της κατανάλωσης παραμένει μια βασική πηγή χρηματοδότησης του κράτους, με την επιβάρυνση να ενσωματώνεται στις καθημερινές αγορές αγαθών και υπηρεσιών από τους πολίτες.

Άμεσοι φόροι και κοινωνικές εισφορές

Στους άμεσους φόρους, η εικόνα αντιστρέφεται σε σχέση με τους έμμεσους. Τα έσοδα από τους άμεσους φόρους στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 11% του ΑΕΠ, ενώ στον ευρωπαϊκό μέσο όρο το αντίστοιχο ποσοστό είναι 12,2%. Αυτό υποδηλώνει μια διαφορετική διάρθρωση του φορολογικού συστήματος σε σύγκριση με τους ευρωπαίους εταίρους.

Αντίθετα, οι κοινωνικές εισφορές στην Ελλάδα βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα, φτάνοντας το 13% του ΑΕΠ, έναντι 12,1% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η διάρθρωση αυτή υπογραμμίζει ότι η απόσταση της Ελλάδας από την ΕΕ στην συνολική φορολογική επιβάρυνση προέρχεται κυρίως από την έμμεση φορολογία, δηλαδή από φόρους που καταβάλλονται με την αγορά ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματος του καταναλωτή.

Ο ρόλος του πληθωρισμού και της δημοσιονομικής ολίσθησης

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΚΕΦΙΜ, ο πληθωρισμός αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι μειώσεις των συντελεστών δεν συνοδεύτηκαν από μείωση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης. Η αύξηση των τιμών έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της ονομαστικής αξίας των συναλλαγών, κάτι που επηρεάζει θετικά τις εισπράξεις από φόρους όπως ο ΦΠΑ.

Παράλληλα, καταγράφεται και η επίδραση της δημοσιονομικής ολίσθησης. Όταν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται χωρίς να γίνεται αντίστοιχη αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων, μπορεί να προκύπτει υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση για τους πολίτες, χωρίς αυτό να σημαίνει πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής τους δύναμης.

Με πληροφορίες από: Topontiki

Δείτε ακόμα