Τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να δαπανούν περισσότερα χρήματα από όσα εισπράττουν, καθώς η καταναλωτική δαπάνη τους αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό σε σύγκριση με το διαθέσιμο εισόδημά τους. Αυτή η εικόνα διευρύνει το χάσμα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ).
Ειδικότερα, για το έτος 2025, το ποσοστό αποταμίευσης υποχώρησε στο -3,9%, σημειώνοντας περαιτέρω μείωση από το -2,4% που είχε καταγραφεί το 2024. Τα στοιχεία αυτά, που προέρχονται από τους ετήσιους μη χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, επιβεβαιώνουν ότι οι οικογένειες στερούνται πλέον κάθε δυνατότητας να δημιουργήσουν αποθέματα ασφαλείας.
Η διαφορά μεταξύ εισοδήματος και δαπάνης
Η ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνει την παρατεταμένη πίεση στην αγορά, η οποία έχει ως αποτέλεσμα οποιαδήποτε αύξηση στα ονομαστικά εισοδήματα να εξανεμίζεται άμεσα. Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ενισχύθηκε κατά 3,7%, φτάνοντας τα 165,4 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, έναντι 159,4 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2024.
Ωστόσο, η τελική καταναλωτική δαπάνη παρουσίασε πολύ ταχύτερη αύξηση, της τάξης του 5,2%. Διαμορφώθηκε στα 171,8 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, σε σύγκριση με τα 163,3 δισεκατομμύρια ευρώ του προηγούμενου έτους. Αυτή η σημαντική διαφορά δημιουργεί μια καθαρή «τρύπα» ύψους 6,4 δισεκατομμυρίων ευρώ στην οικονομία των νοικοκυριών.
Πώς καλύπτονται οι ανάγκες
Το αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης, που έφτασε το -3,9%, αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα που βιώνουν οι οικογένειες. Για να καλύψουν τις τρέχουσες ανάγκες τους, αναγκάζονται είτε να αναλώσουν αποταμιεύσεις που είχαν δημιουργήσει σε παλαιότερα έτη, είτε να προσφύγουν σε δανεισμό και πιστωτικές διευκολύνσεις.
Αυτή η πρακτική υποδηλώνει μια συνεχή εξάρτηση από εξωτερικούς πόρους ή από προηγούμενα κεφάλαια, καθώς η δημιουργία νέων αποθεμάτων καθίσταται αδύνατη υπό τις παρούσες συνθήκες.
Συνολικές ισορροπίες της ελληνικής οικονομίας
Πέρα από την αρνητική αποταμίευση των ιδιωτών, η έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ εξετάζει και τις συνολικές ισορροπίες της ελληνικής οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, καταγράφεται συγκράτηση του ελλείμματος στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, το οποίο περιορίστηκε στα 11,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, από 13,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024.
Οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα 109,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ οι εξαγωγές υποχώρησαν στα 98,1 δισεκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, παρατηρήθηκε μείωση στις ανάγκες δανεισμού της συνολικής οικονομίας από την αλλοδαπή, με την καθαρή λήψη δανείων να διαμορφώνεται στα 8,6 δισεκατομμύρια ευρώ, έναντι 13,8 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2024. Αυτό υποδηλώνει μια συγκράτηση των εξωτερικών χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας.
Επιχειρηματικές επενδύσεις και δημόσια έσοδα
Στο μέτωπο των επιχειρήσεων, η έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε υποχώρηση στο ποσοστό επενδύσεων των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών. Το ποσοστό αυτό σημείωσε κάμψη στο 25,3% το 2025, από 26,3% που ήταν το 2024.
Η εικόνα των νοικοκυριών που «μπαίνουν μέσα» κάθε μήνα, όπως αναφέρεται, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πορεία των δημόσιων εσόδων. Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) και ο φόρος εισοδήματος καταγράφουν υψηλές επιδόσεις, καθώς η κατανάλωση διατηρείται σε υψηλά επίπεδα λόγω των αυξημένων τιμών. Αυτό ενισχύει τα κρατικά ταμεία, την ώρα που τα νοικοκυριά εξαντλούν τη μακροπρόθεσμη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα.
Με πληροφορίες από: Topontiki