Δύο φορολογικά μπόνους, τα οποία εντάχθηκαν στη στρατηγική για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, φτάνουν στο τέλος της ισχύος τους στις 31 Δεκεμβρίου. Το οικονομικό επιτελείο βρίσκεται πλέον ενώπιον της απόφασης εάν αυτά τα μέτρα θα διατηρηθούν και το 2027 ή αν θα επέλθουν αλλαγές στους ισχύοντες κανόνες. Η αξιολόγηση επικεντρώνεται στην αποτελεσματικότητα των κινήτρων αυτών, ως προς τον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Η αξιολόγηση των μέτρων και οι αλλαγές στην αγορά
Πριν από τη λήψη των τελικών αποφάσεων, τα δύο συγκεκριμένα μέτρα αναμένεται να περάσουν από λεπτομερή αξιολόγηση. Το βασικό ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί εάν εξακολουθούν να συμβάλλουν στην αποκάλυψη συναλλαγών που, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν με μετρητά και χωρίς την έκδοση της απαραίτητης απόδειξης.
Η εικόνα στην ελληνική αγορά έχει μεταβληθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και πρακτικών. Η χρήση καρτών έχει εκτοξευθεί, ενώ τα τερματικά POS έχουν επεκταθεί σε ένα πολύ μεγαλύτερο φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας, καλύπτοντας πλέον περισσότερους κλάδους και επαγγελματίες. Επιπλέον, η διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές έχει περιορίσει αισθητά τα περιθώρια απόκρυψης συναλλαγών, γεγονός που έχει οδηγήσει σε σημαντική υποχώρηση του κενού ΦΠΑ.
Το πρώτο φορολογικό κίνητρο: έκπτωση 30%
Το πρώτο φορολογικό μπόνους, το οποίο εφαρμόζεται από το έτος 2022, αφορά τις ηλεκτρονικές πληρωμές που πραγματοποιούνται προς συγκεκριμένες κατηγορίες επαγγελματιών. Πρόκειται για ένα μέτρο που καλύπτει είκοσι διαφορετικές κατηγορίες δραστηριοτήτων, με στόχο την ενθάρρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε τομείς όπου παραδοσιακά κυριαρχούσαν οι πληρωμές με μετρητά.
Για τις συγκεκριμένες αυτές συναλλαγές, προβλέπεται ότι ένα ποσό ίσο με το 30% της συνολικής δαπάνης αφαιρείται απευθείας από το φορολογητέο εισόδημα του πολίτη. Η ανώτατη ετήσια έκπτωση που μπορεί να επιτευχθεί μέσω αυτού του κινήτρου έχει οριστεί στις 5.000 ευρώ. Στη λίστα των επαγγελματιών περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, δικηγόροι, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, κομμωτήρια και ταξί, αναδεικνύοντας την ευρεία εφαρμογή του μέτρου.
Η στόχευση του συγκεκριμένου μέτρου είναι σαφής: να δημιουργήσει ένα προσωπικό οικονομικό συμφέρον για τον πελάτη, ώστε να επιλέξει να πληρώσει με κάρτα και να ζητήσει την έκδοση απόδειξης. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε δραστηριότητες όπου οι συναλλαγές με μετρητά παραμένουν ισχυρές, ενισχύοντας τη διαφάνεια και τη φορολογική συμμόρφωση.
Διπλός υπολογισμός για ιατρικές, οδοντιατρικές και κτηνιατρικές δαπάνες
Το δεύτερο μέτρο που βρίσκεται στο τραπέζι της αξιολόγησης αφορά τις ηλεκτρονικές πληρωμές για συγκεκριμένες κατηγορίες υπηρεσιών υγείας και φροντίδας ζώων. Πρόκειται για δαπάνες που σχετίζονται με ιατρικές, οδοντιατρικές και κτηνιατρικές υπηρεσίες, οι οποίες έχουν έναν ιδιαίτερο τρόπο υπολογισμού.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, οι εν λόγω δαπάνες μετρούν διπλά για την κάλυψη του απαιτούμενου ορίου ηλεκτρονικών αποδείξεων που πρέπει να συγκεντρώσουν οι φορολογούμενοι. Αυτό το μπόνους έχει σχεδιαστεί για να ενθαρρύνει τους πολίτες να ζητούν και να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικές αποδείξεις για αυτές τις υπηρεσίες, ενισχύοντας έτσι τον έλεγχο και τη διαφάνεια σε αυτούς τους τομείς.
Το ερώτημα της αναγκαιότητας των κινήτρων
Μετά την υποχρεωτική εξάπλωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και την ευρεία υιοθέτηση των ψηφιακών μέσων πληρωμής, τίθεται πλέον το κεντρικό ερώτημα εάν εξακολουθεί να υφίσταται η ανάγκη για τη διατήρηση των φορολογικών κινήτρων. Το οικονομικό επιτελείο καλείται να σταθμίσει εάν το «καρότο» των μπόνους παραμένει ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.
Η απόφαση για το 2027 θα βασιστεί στην αξιολόγηση του αν οι αλλαγές στην αγορά έχουν καταστήσει τα μέτρα αυτά λιγότερο κρίσιμα για την επίτευξη των στόχων της φορολογικής πολιτικής, λαμβάνοντας υπόψη την ενισχυμένη χρήση των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
Με πληροφορίες από: Topontiki