Η αυλαία της φετινής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης έπεσε, αφήνοντας πίσω της το αποτύπωμα μιας επικοινωνιακής τακτικής. Αυτή η τακτική επιχειρεί να παρουσιάσει το «λίγο» ως δομική μεταρρύθμιση και την επιδοματική διαχείριση ως αναπτυξιακή στρατηγική. Το κυβερνητικό επιτελείο αποχώρησε από τη συμπρωτεύουσα με αέρα ικανοποίησης, έχοντας παρουσιάσει ένα «πακέτο» εξαγγελθέντων μέτρων συνολικού ύψους 2,2 δισ. ευρώ.
Το κυβερνητικό πακέτο και η σκληρή πραγματικότητα
Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, η επιστροφή στην καθημερινότητα βρίσκει την ελληνική κοινωνία αντιμέτωπη με μια αμείλικτη οικονομική πραγματικότητα. Η ακρίβεια συνεχίζει να καλπάζει, ροκανίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα πριν καν συμπληρωθεί το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα. Ταυτόχρονα, η στεγαστική ασφυξία γονατίζει τα νοικοκυριά, ενώ η πραγματική οικονομία στενάζει από την παντελή έλλειψη ρευστότητας.
Το αφήγημα που εκπέμφθηκε από το βήμα της ΔΕΘ επενδύθηκε με βαρύγδουπους τίτλους. Αναφέρθηκαν «αύξηση των εισοδημάτων για όλους», «αποκατάσταση των αδικιών του παρελθόντος» και «μέρισμα ανάπτυξης που επιστρέφει στην κοινωνία». Ωστόσο, μια ψύχραιμη και προσεκτική ανάγνωση των απόλυτων αριθμών αποκαλύπτει ότι η μεγάλη εικόνα απέχει παρασάγγας από τις κυβερνητικές διακηρύξεις.
Η στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου
Η στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου επιλέγει συνειδητά τη μετάθεση των ουσιαστικών φορολογικών ελαφρύνσεων και των μισθολογικών αυξήσεων στο βάθος της τετραετίας. Στο παρόν, προσφέρονται ελάχιστες «ενέσεις» ρευστότητας. Αυτές οι ενέσεις καταπίνονται ακαριαία από τον δομικό πληθωρισμό και την αισχροκέρδεια που κυριαρχεί στην αγορά.
Η οικονομική καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από την αμείλικτη πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις. Η επιδοματική διαχείριση, αν και παρουσιάζεται ως αναπτυξιακή στρατηγική, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει τις δομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία.
Η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος
Η πολυδιαφημισμένη πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος παρουσιάστηκε ως μια ιστορική ελάφρυνση για τον κόσμο της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, το μέτρο αυτό μεταφράζεται σε ένα ετήσιο όφελος της τάξεως των 325 έως 500 ευρώ για τον μέσο επαγγελματία.
Αυτό το ποσό αντιστοιχεί σε λιγότερα από 30 με 40 ευρώ τον μήνα. Το γεγονός αυτό εγείρει ερωτήματα σχετικά με το πραγματικό αντίκτυπο της συγκεκριμένης ελάφρυνσης στην οικονομική βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Διορθώσεις στα τεκμήρια και η ουσία τους
Την ίδια στιγμή, ανακοινώθηκαν διορθώσεις για το αμφιλεγόμενο σύστημα των τεκμηρίων. Συγκεκριμένα, προβλήθηκε ως γενναία επιστροφή χρημάτων η αφαίρεση των προσαυξήσεων 10% λόγω μισθοδοσίας και 5% λόγω υπερβάλλοντος τζίρου σε σχέση με τον ΚΑΔ.
Στην ουσία, αυτές οι διορθώσεις δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από την εκ των υστέρων μερική διόρθωση καταφανών αδικιών και παραλογισμών. Αυτές οι αδικίες και οι παραλογισμοί είχαν θεσμοθετηθεί από την ίδια την κυβέρνηση μόλις τον προηγούμενο χρόνο. Ο σκληρός πυρήνας της τεκμαρτής φορολόγησης παραμένει αλώβητος, συνεχίζοντας να αντιμετωπίζει συλλήβδην τη μικρή επιχειρηματικότητα ως εκ προοιμίου ύποπτη φοροδιαφυγής.
Οι προκλήσεις της μικρής επιχειρηματικότητας
Η φορολόγηση οριζόντιων εισοδημάτων που συχνά δεν αποκτήθηκαν ποτέ συνεχίζεται, δημιουργώντας επιπλέον βάρη για τους επαγγελματίες. Ταυτόχρονα, το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων παραμένει υψηλό, επηρεαζόμενο από τις τιμές της ενέργειας και τα υπέρογκα ενοίκια επαγγελματικής στέγης.
Οι καταχρηστικές τραπεζικές προμήθειες εξανεμίζουν κάθε περιθώριο βιωσιμότητας για πολλές μικρές επιχειρήσεις. Αυτοί οι παράγοντες συνθέτουν ένα δύσκολο περιβάλλον, όπου η έλλειψη ρευστότητας και οι αυξημένες δαπάνες καθιστούν την οικονομική επιβίωση ιδιαίτερα δύσκολη.
Με πληροφορίες από: Topontiki