Η σύγχρονη κουλτούρα μας γαλούχησε με τον φόβο ότι ανά πάσα στιγμή κάπου συμβαίνει κάτι χωρίς εμάς. Αυτός ο φόβος, γνωστός ως FOMO (Fear of Missing Out), γιγαντώθηκε και μετατράπηκε σε τρόμο για πολλούς. Ωστόσο, όπως σε κάθε ακρότητα, στον αντίποδα γεννήθηκε το JOMO (Joy of Missing Out), μια αντίστροφη επιθυμία που περιγράφει τη χαρά του να μη βρίσκεσαι παντού, να μην ξέρεις τα πάντα, αλλά να επιλέγεις συνειδητά τι θα αφήσεις εκτός της προσοχής σου.
Η επιστημονική προσέγγιση του JOMO
Το JOMO δεν αποτελεί απλώς έναν όρο της ψηφιακής κουλτούρας, αλλά αποκτά και επιστημονικό υπόβαθρο. Σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2026 στο Current Psychology, η εκούσια αποσύνδεση από τη διαρκή ψηφιακή σύγκριση συνδέεται άμεσα με υψηλότερη ψυχολογική ευεξία. Η έρευνα αυτή έρχεται να προσθέσει επιστημονικό βάρος σε μια ανάγκη που μοιάζει με την αναπνοή, ειδικά αυτή την εποχή που ο μεταβατικός Σεπτέμβριος δίνει τη σκυτάλη στον Οκτώβριο, περίοδο κατά την οποία η εργασιακή και γενικότερη κανονικότητα παγιώνεται.
Η παγίδα της διαρκούς διαθεσιμότητας
Στο πλαίσιο ενός πολιτισμού που διαμορφώσαμε και ο οποίος αξιώνει επιτακτικά την πλήρη μας διαθεσιμότητα, τόσο ψηφιακή όσο και μη, μια εξάντληση έχει επέλθει. Έχουμε μπερδέψει τη ζωή με την ενημέρωση για αυτήν, με αποτέλεσμα να νιώθουμε βαρύτητα. Η απραξία θεωρείται ύποπτη, τα κενά στο ημερολόγιο πρέπει να γεμίσουν, ενώ οι άδειες ώρες φέρνουν ενοχές.
Ακόμη και η ξεκούραση συνθλίβεται στο γουδί της ίδιας υπερδιέγερσης και συνεχούς ανησυχίας. Ανακύπτει το ερώτημα αν αυτό είναι πραγματικά η ζωή – μόνο όσα συμβαίνουν – ή μήπως είναι και όσα επιλέγουμε να αφήσουμε να μη συμβούν.
Το «τίποτα» ως χώρος και η διδασκαλία της φύσης
Η πιο δύσκολη τέχνη της εποχής μας είναι να αντιμετωπίσουμε το τίποτα όχι ως κενό, αλλά ως χώρο. Για κάτι τέτοιο, καλύτερος δάσκαλος από τη φύση δεν υπάρχει. Ένα δέντρο δεν αυτοπαρουσιάζεται, απλώς μεγαλώνει. Ένα χωράφι δεν διεκδικεί βλέμματα, αλλά περιμένει. Η θάλασσα δεν ζητά προσοχή, απλώς κινείται, και ο ουρανός δεν αξιώνει θαυμασμό, αλλά υπάρχει.
Ίσως γι’ αυτό, όσο ο κόσμος πυκνώνει, επιταχύνει, ψηφιοποιείται, τεχνητο-νοείται και δικτυώνεται, τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για χώρο. Όχι μόνο τον μετρήσιμο σε εμβαδόν, αλλά κυρίως τον εσωτερικό χώρο.
Η μετατόπιση από το «έχειν» στο «είναι»
Σε αυτή τη μεταμόρφωση, που αθόρυφα συντελείται, συμβάλλει και η σχέση μας με το «περισσότερο». Σαν να έπεσαν οι μάσκες και να ξέφτισε η γοητεία του έχειν. Η υποσχόμενη πληρότητα δια της απόκτησης πήγε περίπατο, και τη θέση της παίρνει η επίγνωση πως η απλότητα, όχι ως στέρηση αλλά ως επιλογή, είναι το μόνο ζητούμενο.
Το downshifting, η επιβράδυνση ή, ελληνιστί, το «κατεβάζω ταχύτητα», περιγράφει ακριβώς αυτή την επιθυμία: για μια ζωή που μετριέται με τα λίγα, την ευτυχία του να αφήνεις πράγματα εκτός, το δικαίωμα στην άνω τελεία, στο ρελαντί, στην παύση.
Με πληροφορίες από: naftemporiki.gr