Ο θυμός, η λύπη, το άγχος και η ανία αναφέρονται ως τα βασικά «υλικά» των συναισθηματικών αγορών, ένα φαινόμενο που περιγράφεται ως emotional spending. Αυτή η συμπεριφορά εξηγεί γιατί το πορτοφόλι μας συχνά ακολουθεί το συναίσθημα αντί να ανταποκρίνεται σε μια πραγματική ανάγκη.
Πρόκειται για τις στιγμές που κάτι δεν εξελίχθηκε όπως αναμενόταν, όπως ένα αίτημα στη δουλειά που δεν εκπληρώθηκε ή μια σχέση που αντιμετωπίζει προβλήματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί κανείς να ανοίξει το κινητό και να αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα αεροπορικό εισιτήριο ή ένα άρωμα που δεν χρειάζεται, με σκοπό την άμεση αλλαγή της διάθεσης. Αυτή η προσωρινή ανακούφιση μπορεί να οδηγήσει σε άδειο πορτοφόλι για λάθος λόγους.
Τι είναι το emotional spending
Η συναισθηματική κατανάλωση, ή emotional spending, περιγράφει την κατάσταση όπου το πορτοφόλι παύει να υπακούει αποκλειστικά στις ανάγκες και αρχίζει να ακολουθεί τη διάθεση του ατόμου. Δεν αγοράζουμε κάτι μόνο επειδή το χρειαζόμαστε, αλλά επειδή αναζητούμε να αισθανθούμε κάτι διαφορετικό από αυτό που αισθανόμαστε τη δεδομένη στιγμή.
Τα συναισθήματα που μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοιες αγορές περιλαμβάνουν τον θυμό, τη μοναξιά, αλλά και τον ενθουσιασμό. Ουσιαστικά, πρόκειται για αγορές που γίνονται με την ελπίδα να αλλάξει η συναισθηματική μας κατάσταση.
Έρευνα της LendingTree για τις συναισθηματικές αγορές
Η LendingTree, μια αμερικανική διαδικτυακή πλατφόρμα σύγκρισης χρηματοοικονομικών προϊόντων, διεξήγαγε μια έρευνα γύρω από το emotional spending το καλοκαίρι του 2025. Η έρευνα αυτή πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 2.000 Αμερικανών καταναλωτών.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 63% των συμμετεχόντων δήλωσε πως τα συναισθήματά του έχουν επηρεάσει τις αγορές του. Από αυτούς, σχεδόν τρεις στους τέσσερις, δηλαδή το 74%, ανέφεραν ότι το emotional spending τους οδήγησε να ξοδέψουν περισσότερα χρήματα από όσα είχαν αρχικά σκοπό. Επιπλέον, το 43% δήλωσε ότι έχει φτάσει ακόμη και σε χρέος εξαιτίας αυτής της καταναλωτικής συμπεριφοράς. Η καταναλωτική όρεξη που ανοίγει μετά από ένα συνήθως δυσάρεστο γεγονός αποτελεί μηχανισμό της σύγχρονης οικονομίας, υποδεικνύοντας ότι ο θυμός μπορεί να «εξαργυρωθεί».
Η αγορά ως παυσίπονο και η μελέτη του 2008
Η ιδέα του «retail therapy» δεν είναι καινούργια και δεν γεννήθηκε στα social media. Η ψυχολογία μελετά εδώ και χρόνια το σημείο όπου συναντιούνται η κακή διάθεση και η πιστωτική κάρτα. Το 2008, ερευνητές από το Carnegie Mellon, το Harvard, το Stanford και το University of Pittsburgh δημοσίευσαν μια μελέτη στο Psychological Science.
Η μελέτη είχε τον τίτλο «Misery Is Not Miserly» (η δυστυχία δεν μας κάνει τσιγκούνηδες) και το συμπέρασμά της ήταν ότι οι άνθρωποι που ένιωθαν λύπη και ταυτόχρονα ήταν περισσότερο στραμμένοι στον εαυτό τους, ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν περισσότερα για ένα προϊόν σε σχέση με όσους βρίσκονταν σε ουδέτερη συναισθηματική κατάσταση. Στο πλαίσιο του πειράματος, οι συμμετέχοντες είχαν οδηγηθεί σε συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση.
Με πληροφορίες από: newmoney.gr