Η γενετική συμβολή στη μακροζωία μπορεί να είναι διπλάσια από τις προηγούμενες εκτιμήσεις

Η γενετική συμβολή στη μακροζωία μπορεί να είναι διπλάσια από τις προηγούμενες εκτιμήσεις

Για δεκαετίες, η επιστημονική κοινότητα πίστευε ότι ο τρόπος ζωής και το περιβάλλον διαδραμάτιζαν τον σημαντικότερο ρόλο στον καθορισμό της διάρκειας ζωής ενός ατόμου. Ωστόσο, η έρευνα για τη μακροζωία συνεχίζει να εξελίσσεται, με μια νέα μελέτη να υποδηλώνει ότι τα γονίδια μπορεί να έχουν πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο από ό,τι πιστεύαμε προηγουμένως. Τα ευρήματα αυτής της νέας έρευνας ανατρέπουν τις προηγούμενες εκτιμήσεις, διπλασιάζοντας το ποσοστό της γενετικής επίδρασης.

Εξέλιξη στην έρευνα για τη μακροζωία

Υπάρχει ακόμα ευρεία συναίνεση ότι τροποποιήσιμοι παράγοντες, όπως η σωματική δραστηριότητα, η διατροφή, ο ύπνος, η διαχείριση του άγχους και η κοινωνική σύνδεση, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο τόσο στη συνολική διάρκεια της ζωής όσο και στη διάρκεια της υγείας. Η διάρκεια της υγείας αναφέρεται στον αριθμό των ετών κατά τα οποία ένα άτομο παραμένει σε καλή κατάσταση υγείας καθώς μεγαλώνει.

Παρόλα αυτά, η πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Science φέρνει νέα δεδομένα στο προσκήνιο, αναδεικνύοντας μια ενδεχομένως πολύ μεγαλύτερη επίδραση των γονιδίων στη μακροζωία από ό,τι είχε εκτιμηθεί στο παρελθόν.

Ιστορικές συνθήκες και προηγούμενες μελέτες

Κατά τις τελευταίες δύο ή τρεις δεκαετίες, οι μελέτες που διερευνούσαν την επίδραση της γενετικής στη μακροζωία είχαν καταλήξει σε μια σχετικά μέτρια επίδραση, η οποία κυμαινόταν μεταξύ 15% και 33%. Οι προηγούμενες αυτές μελέτες, που αφορούσαν δίδυμα και οικογένειες, βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε δεδομένα από άτομα που γεννήθηκαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι κατά την εν λόγω ιστορική εποχή, οι θάνατοι από αιτίες που δεν σχετίζονταν άμεσα με τη βιολογική γήρανση, όπως λοιμώξεις, ατυχήματα, βία και φυσικές καταστροφές, ήταν έως και δέκα φορές συχνότεροι σε σύγκριση με το σήμερα. Αυτές οι ιστορικές συνθήκες ενδέχεται να δημιούργησαν παραπλανητικά σήματα, οδηγώντας σε υποεκτίμηση του πραγματικού ρόλου της γενετικής στη διάρκεια ζωής.

Τα νέα δεδομένα για τη γενετική επίδραση

Για να επιτύχουν μια πιο ακριβή αξιολόγηση, οι ερευνητές ανέπτυξαν μια προσέγγιση μαθηματικής μοντελοποίησης. Αυτή η προσέγγιση σχεδιάστηκε ειδικά για να διαχωρίζει τους θανάτους που προκαλούνται από εξωτερικά γεγονότα από εκείνους που οφείλονται στη βιολογική γήρανση. Με την εφαρμογή αυτού του μοντέλου, η εικόνα που προέκυψε άλλαξε σημαντικά.

Σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις των ερευνητών, οι κληρονομικοί γενετικοί παράγοντες ευθύνονται περίπου για το 50% έως 55% της αναμενόμενης διάρκειας ζωής. Το ποσοστό αυτό είναι περίπου διπλάσιο από τις εκτιμήσεις που είχαν γίνει στο παρελθόν, υποδεικνύοντας ότι η γενετική συμβολή στη διάρκεια ζωής είχε υποτιμηθεί σημαντικά. Η μελέτη επιβεβαίωσε επίσης προηγούμενα ευρήματα σχετικά με τον ισχυρό ρόλο της γενετικής στην άνοια, καθώς διαπιστώθηκε ότι η κληρονομικότητα των θανάτων από άνοια ανέρχεται περίπου στο 70%.

Ο ρόλος του τρόπου ζωής

Παρά την αυξημένη εκτίμηση για τον γενετικό παράγοντα, η έρευνα υπογραμμίζει και τη σημασία των επιλογών τρόπου ζωής. Συγκεκριμένα, έως και το 45% των περιπτώσεων άνοιας μπορεί να προληφθεί μέσω υγιεινών επιλογών, οι οποίες περιλαμβάνουν τη διατροφή και την άσκηση.

Με πληροφορίες από: jenny.gr

Δείτε ακόμα