Ο καίριος ρόλος των εκπαιδευτικών στην παιδική κακοποίηση: Τι προβλέπει ο νόμος και πώς αναγνωρίζονται οι ενδείξεις

Οι εκπαιδευτικοί διαδραματίζουν έναν καίριο ρόλο στην έγκαιρη αναγνώριση πιθανών ενδείξεων παιδικής κακοποίησης, καθώς τα παιδιά περνούν ένα σημαντικό μέρος της καθημερινότητάς τους στο σχολείο. Ο ψυχολόγος παιδιών και εφήβων, αξιωματικός Υγειονομικού της Ελληνικής Αστυνομίας και υποψήφιος διδάκτωρ με αντικείμενο την παιδική κακοποίηση, Αλέξανδρος Καλαβρής, τονίζει ότι δεν απαιτούνται αποδείξεις για την αναφορά τέτοιων περιστατικών στις αρχές. Η συζήτηση αυτή διεξάγεται με φόντο την υπόθεση της Κυψέλης, αναδεικνύοντας την ανάγκη για εγρήγορση.

Ο ρόλος των εκπαιδευτικών στην έγκαιρη αναγνώριση

Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να είναι ένας από τους πρώτους ανθρώπους εκτός του οικογενειακού περιβάλλοντος που θα αντιληφθεί ότι κάτι έχει αλλάξει στη ζωή ενός παιδιού. Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί με ένα παιδί που ξαφνικά αποσύρεται, έναν μαθητή που εμφανίζει ανεξήγητους τραυματισμούς, γίνεται υπερβολικά παθητικός ή, αντίθετα, εκδηλώνει έντονη επιθετικότητα. Μια απότομη μεταβολή στη διάθεση, στον ύπνο ή στη συμπεριφορά, ακόμη και μια ζωγραφιά που προκαλεί προβληματισμό, αποτελούν ενδείξεις που μπορούν να παρατηρηθούν.

Ο κ. Καλαβρής επισημαίνει ότι υπάρχει ενδιαφέρον για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν κάποιες ενδείξεις, είτε πρόκειται για παιδικούς σταθμούς είτε για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ωστόσο, διευκρινίζει ότι δεν είναι δουλειά των εκπαιδευτικών να αποδείξουν ότι ένα παιδί κακοποιείται ούτε να επιχειρήσουν μόνοι τους να διερευνήσουν τι έχει συμβεί.

Η νομική υποχρέωση αναφοράς

Η υποχρέωση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στην ηθική ή παιδαγωγική ευθύνη ενός εκπαιδευτικού, αλλά προβλέπεται και από το θεσμικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, όταν εκπαιδευτικός ή παιδαγωγός, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, πληροφορείται ή διαπιστώνει ενδείξεις διάπραξης εγκλήματος ενδοοικογενειακής βίας σε βάρος ανηλίκου, οφείλει να προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση σε αναφορά προς τις αρμόδιες διωκτικές Αρχές.

Κρίσιμη είναι η έννοια των «ενδείξεων», καθώς ο εκπαιδευτικός δεν καλείται να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία ή να εξακριβώσει μόνος του εάν πράγματι έχει τελεστεί κακοποίηση. Ο κ. Καλαβρής τονίζει χαρακτηριστικά: «Δεν χρειάζεται να έχουμε αποδείξεις. Ούτε οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπουν στη διαδικασία να διερευνήσουν οι ίδιοι τις ενδείξεις που έχουν».

Ενδείξεις κακοποίησης: Σωματικά και συμπεριφορικά σημάδια

Οι ενδείξεις κακοποίησης διαφοροποιούνται ανάλογα με τη μορφή της κακοποίησης και την ηλικία του παιδιού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να υπάρχουν εμφανή σωματικά σημάδια, όπως μελανιές, χτυπήματα ή άλλοι τραυματισμοί, τα οποία είναι πιο άμεσα αναγνωρίσιμα.

Σε άλλες περιπτώσεις, αυτό που «μιλά» πρώτο είναι η συμπεριφορά του παιδιού. Ο Αλέξανδρος Καλαβρής αναφέρει: «Βλέπουμε κυρίως αλλαγές στη συμπεριφορά. Ξαφνική απόσυρση, καταθλιπτικά στοιχεία, υπερβολική παθητικότητα. Το παιδί το βλέπεις σαν να είναι κάτι χαμένο. Ή ακόμη και το αντίθετο μπορεί να συμβεί».

Ένα παιδί μπορεί να γίνει επιθετικό, να εμφανίσει επίμονη θλίψη, έλλειψη ενέργειας ή αλλαγές στον ύπνο. Όλες αυτές οι μεταβολές στη συμπεριφορά και τη διάθεση αποτελούν σημαντικά σημάδια που οι εκπαιδευτικοί καλούνται να παρατηρήσουν και να αναφέρουν.

Με πληροφορίες από: flashnews.gr

Δείτε ακόμα