Ενώ η κυβερνητική «βιτρίνα» πανηγυρίζει για νέα ιστορικά ρεκόρ στον ελληνικό τουρισμό, η πραγματικότητα των λογιστικών βιβλίων αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και τις επεξεργασίες του INSETE Intelligence, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις εκτοξεύθηκαν στα 18,2 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 9,4%, ενώ οι διεθνείς αφίξεις ξεπέρασαν τα 28,5 εκατ. επισκέπτες. Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρισμούς κρύβεται μια βαθιά οικονομική ασφυξία για τους επαγγελματίες.
Η «άλλη» όψη των ρεκόρ
Παρά την αύξηση των τζίρων στα χαρτιά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις του τουριστικού τομέα βλέπουν τα καθαρά τους κέρδη να συρρικνώνονται δραματικά. Αυτή η αντίφαση αποτελεί το βασικότερο «καμπανάκι» που αναδεικνύουν τα στοιχεία της αγοράς. Η αύξηση των εσόδων δεν προέρχεται από ένα τουριστικό προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά αποκλειστικά από τον όγκο των αφίξεων.
Περισσότερος κόσμος επιβαρύνει τις υποδομές της χώρας, όμως ο μεμονωμένος επισκέπτης ξοδεύει λιγότερα χρήματα. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί μια «παγίδα» για τον ελληνικό τουρισμό, όπου οι υψηλοί τζίροι δεν μεταφράζονται σε αντίστοιχα υψηλά κέρδη για τους επιχειρηματίες.
Η πτώση της κατά κεφαλήν δαπάνης
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που καταγράφονται είναι η πτώση της μέσης κατά κεφαλήν δαπάνης των τουριστών. Αυτή καταγράφει υποχώρηση κατά 3,5% έως 4% σε σύγκριση με τις προηγούμενες χρονιές, χωρίς να προσμετράται η κρουαζιέρα. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει μια αλλαγή στην ποιότητα του τουριστικού ρεύματος, με τους επισκέπτες να είναι περισσότεροι σε αριθμό, αλλά λιγότερο πρόθυμοι να δαπανήσουν.
Η εξάρτηση από τον όγκο των αφίξεων, αντί της προσέλκυσης τουριστών με υψηλότερη αγοραστική δύναμη, επιβαρύνει περαιτέρω τις υποδομές και τους πόρους, χωρίς να προσφέρει τα αναμενόμενα οικονομικά οφέλη στις επιχειρήσεις. Αυτό το φαινόμενο συμβάλλει άμεσα στη συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους, παρά τα εντυπωσιακά στοιχεία για τις συνολικές εισπράξεις.
Εκτόξευση του λειτουργικού κόστους
Οι αυξημένοι τζίροι δεν φτάνουν ποτέ στο ταμείο του επιχειρηματία λόγω της εκτόξευσης του κόστους λειτουργίας. Τα τιμολόγια ρεύματος, τα καύσιμα και οι ανατιμήσεις στη χονδρική τροφίμων και ποτών έχουν αυξηθεί μεσοσταθμικά κατά 25% έως 35% μέσα σε μία διετία. Αυτή η αύξηση στην ενέργεια και τις πρώτες ύλες ροκανίζει αμέσως τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Επιπλέον, οι τραπεζικές προμήθειες και τα κόστη που συνδέονται με τα POS έχουν αυξηθεί κατά 15% έως 20%. Με την υποχρεωτική διασύνδεση των POS και της ψηφιακής κάρτας, καθώς και τα κόστη συντήρησης των λογισμικών myDATA, οι καθημερινές συναλλαγές επιβαρύνονται με επιπλέον κόστος έως και 1,5%–2% επί του συνολικού τζίρου. Αυτά τα κόστη προστίθενται στην ήδη επιβαρυμένη λειτουργία των επιχειρήσεων.
Η επιβάρυνση από τη νέα φορολογική αρχιτεκτονική
Στο εκρηκτικό αυτό κοκτέιλ των αυξημένων λειτουργικών εξόδων προστίθεται και η νέα φορολογική αρχιτεκτονική. Με την πλήρη εφαρμογή του τεκμαρτού εισοδήματος, η φορολογική επιβάρυνση για χιλιάδες ατομικές επιχειρήσεις και μικρούς επαγγελματίες της εστίασης και της φιλοξενίας αυξήθηκε κατακόρυφα. Επαγγελματίες που δήλωναν χαμηλότερα εισοδήματα λόγω των πραγματικών αυξημένων εξόδων, φορολογούνται πλέον υποχρεωτικά για ένα ελάχιστο καθαρό εισόδημα, το οποίο μπορεί να φτάσει έως και τα 14.000–15.000 ευρώ.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα εκκαθαριστικά τους να είναι διογκωμένα κατά 30% έως 40%. Παράλληλα, η δέσμευση κεφαλαίων κίνησης μέσω της προκαταβολής φόρου και τα νέα αυξημένα τέλη ανά διανυκτέρευση ή τραπέζι απορροφώνται συχνά από τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Οι επαγγελματίες αναγκάζονται να επωμιστούν αυτά τα κόστη, προκειμένου να μη χάσουν την ανταγωνιστικότητά τους στην αγορά, γεγονός που επιτείνει την οικονομική ασφυξία.
Με πληροφορίες από: Topontiki