Η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί μια σύνθετη κατάσταση, καθώς βρίσκεται μπροστά στην επανεκκίνηση των ερευνών για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου. Η εξέλιξη αυτή φέρνει μαζί της διπλωματικές και εσωκομματικές προεκτάσεις, δημιουργώντας ένα ευρύτερο διακύβευμα για την Αθήνα. Στο Ηράκλειο, το γαλλικό σκάφος «Abeille Marengo» παραμένει σε αναμονή, περιμένοντας την έκδοση της NAVTEX που θα σηματοδοτήσει την έναρξη των εργασιών.
Ο κεντρικός στόχος της κυβέρνησης είναι να προχωρήσει το έργο χωρίς να υπάρξει παρεμπόδιση από την τουρκική πλευρά, αλλά και χωρίς να δημιουργηθεί κανένα περιθώριο αμφισβήτησης των ελληνικών θέσεων. Μια νέα καθυστέρηση στην υλοποίηση του έργου θα επιβάρυνε σημαντικά την κυβερνητική επιχειρηματολογία και θα παρείχε επιπλέον επιχειρήματα στην αντιπολίτευση για να ασκήσει κριτική, σε μια περίοδο που ήδη χαρακτηρίζεται από την ένταση που προκαλεί το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η αναμονή για την έκδοση της NAVTEX
Το επόμενο κρίσιμο βήμα αφορά την ολοκλήρωση της διαδικασίας στην Επιτροπή Χορήγησης Αδειών Ερευνών Θαλάσσης. Μετά την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, η σχετική απόφαση θα διαβιβαστεί στην Υδρογραφική Υπηρεσία, η οποία θα προχωρήσει στην έκδοση της αναγγελίας.
Αρμόδιες πηγές, οι οποίες έχουν γνώση του θέματος, τοποθετούν την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας εντός της τρέχουσας εβδομάδας. Η ακριβής περιοχή όπου θα διεξαχθούν οι έρευνες, καθώς και οι συγκεκριμένες ημερομηνίες έναρξης και διάρκειας, αναμένεται να αποτυπωθούν με σαφήνεια στη NAVTEX. Η έκδοση της NAVTEX παραμένει το πιο κρίσιμο βήμα που εκκρεμεί για την έναρξη των εργασιών.
Διπλωματικές προκλήσεις και το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Η εξέλιξη αυτή θα αποτελέσει έναν δείκτη για το κατά πόσο απέδωσαν οι πολιτικές και διπλωματικές επαφές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Παρισιού και Άγκυρας. Η γαλλική πλευρά έχει ένα σαφές συμφέρον στην προώθηση του έργου, καθώς σε αυτό εμπλέκονται γαλλικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η Γαλλία κινείται εντός των συγκεκριμένων ορίων που έχουν τεθεί από τις ελληνικές θέσεις, τηρώντας τις διεθνείς νομιμότητες.
Παράλληλα, η κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βεγγάζη προσθέτει επιπλέον δυσκολίες και περιπλέκει το διπλωματικό τοπίο. Η αναμονή του γαλλικού σκάφους στο λιμάνι αποκτά έτσι ένα σημαντικό πολιτικό βάρος, καθώς η επανεκκίνηση των ερευνών θα δοκιμάσει στην πράξη την αποτελεσματικότητα της διπλωματικής προετοιμασίας που έχει προηγηθεί.
Εσωκομματικές αντιδράσεις και η παρέμβαση Σαμαρά
Στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς έχει ήδη προσδιορίσει το πεδίο της αντιπαράθεσης. Στην παρέμβασή του στην εφημερίδα «Εστία», η οποία δημοσιεύθηκε στις 25 Οκτωβρίου, συνέδεσε ευθέως τις εξελίξεις στη Λιβύη με τους χειρισμούς της κυβέρνησης αναφορικά με το καλώδιο. Ο κ. Σαμαράς καταλόγισε ευθύνες στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και επανέφερε το αίτημα για την αποπομπή του υπουργού Επικρατείας, Γιώργου Γεραπετρίτη.
Επιπλέον, ο Αντώνης Σαμαράς υποστήριξε ότι η απάντηση που έδωσε η κυβέρνηση στον Χακάν Φιντάν υποδηλώνει, κατά την άποψή του, αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας στην περιοχή. Υπό αυτό το πρίσμα, ένα ενδεχόμενο «στραβοπάτημα» στους χειρισμούς του έργου θα μπορούσε να προσφέρει στον πρώην πρωθυπουργό νέο υλικό για να εντείνει την κριτική του περί υποχωρητικότητας εκ μέρους της κυβέρνησης.
Οι θέσεις Καραμανλή και κυβερνητικών βουλευτών
Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, στην πρόσφατη τοποθέτησή του, εξέφρασε την άποψη ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να ενημερώσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την Τουρκία για τις κινήσεις της. Η δήλωση αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη για διακριτικότητα και την αποφυγή παροχής πληροφοριών στην τουρκική πλευρά.
Στη συνέχεια, τοποθετήθηκαν και κυβερνητικοί βουλευτές, εκφράζοντας ανάλογες ανησυχίες. Ο Ευριπίδης Στυλιανίδης, για παράδειγμα, ανέφερε ότι δεν θεωρεί σωστή καμία ενημέρωση από την ελληνική πλευρά προς την Τουρκία, είτε αυτή είναι γραπτή είτε προφορική. Οι δηλώσεις αυτές καταδεικνύουν την ευαισθησία του θέματος και την επιθυμία για διαφύλαξη των ελληνικών συμφερόντων χωρίς να δοθούν «πάτημα» στην τουρκική πλευρά.
Το διακύβευμα για την κυβέρνηση
Συνολικά, η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί ένα διπλό μέτωπο. Αφενός, την πιθανότητα τουρκικών αντιδράσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν από την επανεκκίνηση των ερευνών για το καλώδιο. Αφετέρου, την εσωτερική αμφισβήτηση των χειρισμών της, η οποία εκφράζεται από σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες και κυβερνητικούς βουλευτές.
Μια επιτυχής επανεκκίνηση του έργου, χωρίς απρόοπτα ή διπλωματικές εντάσεις, θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση της κυβέρνησης, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο. Αντιθέτως, μια νέα εμπλοκή ή καθυστέρηση θα δημιουργούσε περαιτέρω προβλήματα, επιβαρύνοντας το πολιτικό κλίμα και δίνοντας νέα επιχειρήματα στους επικριτές της.
Με πληροφορίες από: Topontiki