Η αποπομπή της Γκιλφόιλ και η στάση της ελληνικής ελίτ

Η αποπομπή της Γκιλφόιλ και η στάση της ελληνικής ελίτ

Η αποπομπή της πρέσβειρας Γκιλφόιλ συνεχίζει να απασχολεί την επικαιρότητα, ωστόσο η πραγματικότητα πίσω από αυτό το γεγονός δεν έχει αναδειχθεί πλήρως. Τα ρεπορτάζ εστιάζουν κυρίως στα «δωράκια» που φέρεται να απαιτούσε από επιχειρηματίες, παραβλέποντας τη γενικότερη συμπεριφορά της και τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από την κυρίαρχη ελίτ της Ελλάδας. Η θητεία της ανέδειξε μια σειρά από ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις της χώρας με τις ΗΠΑ και τη στάση του εγχώριου πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου.

Ιστορικές σχέσεις Ελλάδας-ΗΠΑ

Οι ελληνικές κυβερνήσεις κατά τα μεταπολεμικά χρόνια χαρακτηρίζονταν από μια σταθερή προσκόλληση στις ΗΠΑ. Αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές στα μετεμφυλιακά χρόνια, όταν πρωθυπουργοί και υπουργοί έφταναν στο σημείο να προσκυνούν τους Αμερικανούς αξιωματούχους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δήλωση του Κανελλόπουλου προς τον Βαν Φλιτ: «Στρατηγέ, ιδού ο στρατός σας».

Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, η κατάσταση άλλαξε κάπως, καθώς οι κυβερνήσεις ήταν πιο προσεκτικές. Αυτή η προσοχή οφειλόταν στην πίεση των λαϊκών αντιδράσεων, οι οποίες στρέφονταν κατά των παρεμβάσεων των ΗΠΑ στην πολιτική ζωή της χώρας, όπως η επιβολή της χούντας και το Κυπριακό ζήτημα.

Η αλλαγή στάσης και η υποδοχή της Γκιλφόιλ

Η προσεκτική αυτή στάση άλλαξε εντελώς τα τελευταία χρόνια, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη να υιοθετεί μια πολιτική απόλυτης και άνευ όρων πρόσδεσης στο άρμα των ΗΠΑ. Η περίπτωση της Γκιλφόιλ αποτελεί χαρακτηριστική απόδειξη αυτής της μεταστροφής. Από την πρώτη στιγμή της άφιξής της στην Ελλάδα, η υποδοχή που της επιφυλάχθηκε ήταν αυτή ενός κυβερνήτη και όχι ενός απλού πρέσβη, του οποίου ο διορισμός συνήθως περνάει «στα ψιλά» της επικαιρότητας.

Η κυβέρνηση, η πλειοψηφία του πολιτικού προσωπικού, συμπεριλαμβανομένης και της αντιπολίτευσης, καθώς και επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι, την υποδέχτηκαν με τρόπο που θύμιζε την υποδοχή του διορισμένου από τη μητρόπολη κυβερνήτη από την ντόπια αποικιακή ελίτ. Η ελληνική ελίτ «σφάζονταν στην ποδιά της», θεωρώντας ότι οποιαδήποτε επαφή μαζί της θα εξασφάλιζε πρόσβαση στον Λευκό Οίκο και την αμερικανική ελίτ, κάτι που θα οδηγούσε σε επανεκλογή, χρήματα, συμβόλαια και άλλα προνόμια.

Η συμπεριφορά της πρέσβειρας και οι συμφωνίες

Η ίδια η Γκιλφόιλ, μια τηλεπερσόνα που στο παρελθόν είχε εκφραστεί με αρνητικά λόγια για τους Έλληνες, χαρακτηρίζοντάς τους «χαραμοφάηδες», επιδίωξε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση για ίδιον όφελος με κάθε δυνατό τρόπο. Τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας της περιγράφονται ως απίστευτα, αναδεικνύοντας τον ραγιαδισμό της κυβέρνησης σε όλο του το μεγαλείο.

Η κυβέρνηση παρουσίαζε τη συμμετοχή της Γκιλφόιλ σε διάφορες συμφωνίες ως αναβάθμιση της χώρας. Μόλις έφτασε στην Ελλάδα, συμμετείχε στη συμφωνία για την παραχώρηση του δεύτερου «θαλασσίου οικοπέδου», το οποίο βρίσκεται τριάντα χιλιόμετρα δυτικά της Κέρκυρας, στην εταιρεία Exxon Mobil. Παράλληλα, συμμετείχε και σε συμφωνία με την εταιρεία Chevron στην Κρήτη.

Οι επιπτώσεις των συμφωνιών και ο εξευτελισμός της ελίτ

Οι συμφωνίες αυτές, αν και παρουσιάστηκαν ως μεγάλες επιτυχίες της κυβέρνησης και σημαντική συμβολή της πρέσβειρας, γρήγορα αποδείχθηκαν «άνθρακες ο θησαυρός». Η Γκιλφόιλ, από την πλευρά της, θεώρησε ότι είχε έρθει σε μια «χώρα μπανανία», η οποία της προσέφερε μεγάλες δυνατότητες να αποκομίσει πολλά χρήματα.

Τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν επιβεβαιώνουν τόσο τις απαιτήσεις της πρέσβειρας όσο και τον εξευτελισμό της ελληνικής ελίτ, η οποία περιελάμβανε την κυβέρνηση, επιχειρηματίες και ΜΜΕ. Όλοι τους «σκοτώνονταν» για το ποιος θα την πλησιάσει πρώτος, ποιος θα την φιλοξενήσει και ποιος θα της προσφέρει δώρα όπως διακοπές και διαμονές.

Με πληροφορίες από: Topontiki

Δείτε ακόμα