Νέα άνοδος του πληθωρισμού διαφαίνεται λόγω των τιμών καυσίμων και των μεταφορικών

Νέα άνοδος του πληθωρισμού διαφαίνεται λόγω των τιμών καυσίμων και των μεταφορικών

Οι τιμές των ορυκτών καυσίμων, συμπεριλαμβανομένου του μαζούτ, του ντίζελ και του φυσικού αερίου, αναμένεται να επιβαρύνουν σημαντικά τον πληθωρισμό στις τιμές ενέργειας για τους καταναλωτές. Η πίεση αυτή δεν προέρχεται μόνο από τις τιμές φόρτωσης στα τάνκερ, αλλά κυρίως από τις τιμές εκφόρτωσης στα διυλιστήρια μετά τη μεταφορά. Αυτή η εξέλιξη αφορά ιδιαίτερα τις οικονομίες που έχουν προσπαθήσει να συγκρατήσουν την πληθωριστική αυτή πίεση μέσω επιδοτήσεων των τιμών στην κατανάλωση, όπως συμβαίνει στην πλειονότητα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στην Ελλάδα.

Εκρηκτική άνοδος στις τιμές των καυσίμων

Οι τιμές των ορυκτών καυσίμων, όπως το μαζούτ, το ντίζελ και το φυσικό αέριο, λειτουργούν ως «εκρηκτική ύλη» για τον πληθωρισμό στον τομέα της ενέργειας, επηρεάζοντας άμεσα την κατανάλωση. Η επιβάρυνση αυτή δεν περιορίζεται στις τιμές κατά τη φόρτωση των καυσίμων στα τάνκερ, αλλά εντείνεται σημαντικά κατά την εκφόρτωσή τους στα διυλιστήρια, μετά το πέρας της μεταφοράς.

Η κατάσταση αυτή έχει ιδιαίτερο αντίκτυπο σε οικονομίες που έχουν εφαρμόσει μέτρα συγκράτησης των πληθωριστικών πιέσεων μέσω επιδοτήσεων των τιμών στην κατανάλωση. Μεταξύ αυτών των χωρών συγκαταλέγονται πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η Ελλάδα, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με την ανάγκη διαχείρισης αυτών των αυξημένων κόστων.

Προειδοποίηση από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας

Την περασμένη εβδομάδα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) εξέδωσε προειδοποίηση σχετικά με τις ελλείψεις ντίζελ. Σύμφωνα με τον Οργανισμό, οι ελλείψεις αυτές αναμένεται να συνεχιστούν τουλάχιστον μέχρι το 2027. Επισημάνθηκε επίσης ότι η αγορά ντίζελ θα χαρακτηρίζεται από περιορισμένη προσφορά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η έκθεση του IEA υπογραμμίζει ότι η ενδεχόμενη εξισορρόπηση των τιμών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την «ομαλή» τροφοδοσία πετρελαιοειδών από τη Μέση Ανατολή. Αυτή η επισήμανση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι στα διεθνή μέσα ενημέρωσης παραμένει σε εκκρεμότητα το ερώτημα για το αν θα ξεκινήσει ένας νέος γύρος πολεμικών συγκρούσεων με το Ιράν, ένα ερώτημα που διατηρεί ο Τραμπ και η πολιτική αβεβαιότητα στο Ισραήλ μετά τις εκλογές.

Γεωπολιτικές εξελίξεις και μεταφορικά κόστη

Ενώ η έκθεση του IEA αναφέρεται στην εξάρτηση από την ομαλή τροφοδοσία από τη Μέση Ανατολή, η διεθνής ειδησεογραφία παρακολουθεί τις εξελίξεις που αφορούν την πολιτική αβεβαιότητα στο Ισραήλ μετά τις εκλογές και το ερώτημα που διατηρεί σε εκκρεμότητα ο Τραμπ για την έναρξη νέου γύρου πολεμικών συγκρούσεων με το Ιράν. Αυτές οι γεωπολιτικές εντάσεις μπορούν να επηρεάσουν την ομαλότητα της τροφοδοσίας.

Στο μεταξύ, παρατηρείται κατακόρυφη άνοδος στο spread του ντίζελ, δηλαδή στο περιθώριο κέρδους που λαμβάνουν τα διυλιστήρια από τη μετατροπή ενός βαρελιού αργού πετρελαίου σε ντίζελ. Πριν από αυτή την άνοδο, είχε προηγηθεί μια τεράστια αύξηση στις τιμές της θαλάσσιας μεταφοράς με τα τάνκερ. Τα πλοία αυτά διακινδυνεύουν την επιβίωσή τους σε κάθε πέρασμα από την έξοδο του Περσικού Κόλπου ή από την είσοδο στην Ερυθρά Θάλασσα, προκειμένου να φτάσουν μέχρι το Σουέζ, γεγονός που ανεβάζει σημαντικά το κόστος μεταφοράς.

Περιορισμένες δυνατότητες για τις κυβερνήσεις

Οι κυβερνήσεις των χωρών που εισάγουν ορυκτά καύσιμα αντιμετωπίζουν περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης σε αυτό το κομμάτι της αύξησης των τιμών. Ενώ μπορούν να επιβάλουν ανώτατο όριο στην τιμή του ντίζελ εντός των εθνικών τους ορίων, δεν έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τα κόστη που επιβαρύνουν το δεξαμενόπλοιο που μεταφέρει τα καύσιμα.

Αυτή η αδυναμία ελέγχου των διεθνών μεταφορικών δαπανών δημιουργεί ένα πρόσθετο βάρος, το οποίο μετακυλίεται στην τελική τιμή των καυσίμων και, κατ' επέκταση, στον πληθωρισμό. Η κατάσταση αυτή καθιστά πιο περίπλοκη την προσπάθεια των κυβερνήσεων να προστατεύσουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Επιπτώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Η συνολική τάση των τιμών του φυσικού αερίου και του πετρελαίου τους τελευταίους μήνες διαβρώνει ανεξέλεγκτα αλλά σταθερά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Παράλληλα, επηρεάζεται αρνητικά και η ανταγωνιστικότητα των εταιρειών, καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας επιβαρύνει τις λειτουργικές τους δαπάνες.

Όλο αυτό το οικονομικό βάρος αναμένεται να αντανακλαστεί και να διαμεσολαβηθεί, με βάση τα πολιτικά κριτήρια που χαρακτηρίζουν την πολιτική της κάθε κυβέρνησης, στους προϋπολογισμούς του 2026 και του 2027. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο πληθωρισμός του 5,1% που καταγράφηκε τον Σεπτέμβριο στην Ελλάδα δεν αποτελεί αποτέλεσμα των παραπάνω αναφερόμενων παραγόντων.

Με πληροφορίες από: Newsit

Δείτε ακόμα