Η ελληνική περιφέρεια έχει μετατραπεί σε μια «ειδική ζώνη εγκατάλειψης» μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια. Ενώ η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και ορισμένες παράκτιες και νησιωτικές ζώνες καταγράφουν υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η υπόλοιπη χώρα αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές προκλήσεις. Αυτή η κατάσταση έρχεται ως συνέχεια των ευρύτερων οικονομικών μέτρων που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα.
Η ιστορία των «ειδικών οικονομικών ζωνών»
Επί τριάντα χρόνια, οι συζητήσεις για τις «Ειδικές Οικονομικές Ζώνες» επανέρχονταν συνεχώς στο προσκήνιο. Ο βασικός τους στόχος ήταν η μείωση των μισθών και των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε συγκεκριμένες περιοχές, με σκοπό τη στήριξη επενδύσεων και την προώθηση της ανάπτυξης.
Ωστόσο, αυτό το μέτρο εφαρμόστηκε καθολικά σε όλη τη χώρα με την οικονομική κρίση του 2009 και την επακόλουθη πτώχευση. Οι μισθοί μειώθηκαν κατά 25%, οι συντάξεις έφτασαν να μειωθούν έως και 40%, ενώ ένα στα τέσσερα ευρώ χάθηκε από το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της χώρας.
Η διχοτόμηση της χώρας μετά τα μνημόνια
Μετά την έξοδο από την περίοδο των μνημονίων, η χώρα παρουσιάζει μια σαφή διχοτόμηση. Από τη μία πλευρά, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένες παράκτιες και νησιωτικές περιοχές απολαμβάνουν ένα μεγαλύτερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, υποδηλώνοντας μια σχετική οικονομική ανάκαμψη σε αυτές τις ζώνες.
Από την άλλη πλευρά, η Περιφέρεια, στο σύνολό της, έχει μετατραπεί σε μια «Ειδική Ζώνη εγκατάλειψης». Αυτή η μεταμόρφωση υπογραμμίζει τις ανισότητες που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των αστικών κέντρων και των περιφερειακών περιοχών της Ελλάδας.
Το κόστος ζωής και η αγροτική παραγωγή στην περιφέρεια
Το κόστος ζωής στην περιφέρεια παραμένει το ίδιο με αυτό των μεγάλων αστικών κέντρων, καθώς διαμορφώνεται από τα ολιγοπώλια. Πολλοί κάτοικοι των χωριών έχουν εγκαταλείψει την συνήθεια του μικρού κήπου, ενώ το κόστος για το ρεύμα και το πετρέλαιο θέρμανσης είναι πιθανότατα υψηλότερο στη Βόρεια Ελλάδα.
Στην αποβιομηχάνιση της περιφέρειας προστέθηκε το αυξημένο κόστος της αγροτικής παραγωγής, το οποίο περιλαμβάνει λιπάσματα, καύσιμα και ρεύμα. Παράλληλα, οι τιμές παραγωγού παραμένουν χαμηλές, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τους αγρότες.
Ειδικότερα, το καλαμπόκι οδηγεί σε ζημίες τους καλλιεργητές, ενώ το παραδοσιακό βαμβάκι πωλείται λιγότερο από 33 λεπτά το κιλό, τιμή που αντιστοιχεί σε 100 δραχμές, όταν πριν από 30 χρόνια, με πολύ χαμηλότερα κόστη, η τιμή παρέμβασης ήταν 185 δραχμές. Τα σιτηρά έχουν εγκαταλειφθεί, και τα φρούτα έχουν περιθωριοποιηθεί ως καλλιέργειες, αφενός λόγω του εμπάργκο της Ρωσίας και αφετέρου λόγω των τιμών στα σούπερ μάρκετ, οι οποίες συχνά είναι δέκα φορές πάνω από αυτές του παραγωγού.
Προβλήματα στην κτηνοτροφία και την παραγωγή φέτας
Το σκηνικό στην περιφέρεια επιδεινώθηκε περαιτέρω με τη σαγή των προβάτων, επ' αφορμή την ευλογιά. Πολλές ντόπιες φυλές, όπως το Καλαρρύτικο, το Καραμάνικο και το Χιώτικο, κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Παράλληλα, το γάλα από αυτές τις ντόπιες ράτσες, το οποίο είναι απαραίτητο για την παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων, είναι πλέον δυσεύρετο.
Ως αποτέλεσμα, το κόστος για την παραγωγή της φέτας ανεβαίνει, καθιστώντας το προϊόν υπέρμετρα ακριβό. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ευκαιρίες για ανταγωνιστές, οι οποίοι καραδοκούν προκειμένου να επέμβουν και να προσπαθήσουν να αποχαρακτηριστεί το παραδοσιακό τυρί ΠΟΠ.
Ο λόγος πίσω από αυτή την απειλή είναι ότι τα μεγάλα εκτροφεία των ισχυρών παικτών στην παραγωγή φέτας έχουν σταβλισμένα χιλιάδες γαλλικά (λακόν) και ισπανικά (ασσάφ) προβατάκια. Έτσι, το κόστος παραγωγής αυξάνεται, η φέτα ακριβαίνει, και το παραδοσιακό προϊόν υποβαθμίζεται.
Εμπόδια στην εκπαίδευση και το δημογραφικό
Το υψηλό κόστος στέγασης, σε συνδυασμό με την απουσία φοιτητικών εστιών, καθιστά δύσκολη την εγγραφή και την παρακολούθηση των πανεπιστημιακών τμημάτων της περιφέρειας. Αυτή η κατάσταση αποτελεί ένα σημαντικό εμπόδιο για τους νέους που επιθυμούν να σπουδάσουν σε περιφερειακά πανεπιστήμια.
Το πρόβλημα αυτό, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των ιδιωτικών κολλεγίων και ΑΕΙ, έχει ως αποτέλεσμα να κρατούν τα νέα παιδιά στην
Με πληροφορίες από: Ieidiseis