Σε μια συντονισμένη προσπάθεια να αναχαιτίσουν την άνοδο των τιμών των καυσίμων και να ανακουφίσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, οι χώρες της G7 προχωρούν στην άμεση αποδέσμευση 100 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου και ντίζελ από τα εθνικά τους αποθέματα. Η απόφαση αυτή έρχεται ως απάντηση στις ισχυρές πιέσεις που δέχεται η παγκόσμια αγορά ενέργειας, με τις υψηλές τιμές να δημιουργούν σημαντικά προβλήματα.
Η συντονισμένη ενέργεια της G7
Η συμφωνία των ηγετών της G7 προβλέπει ότι η αποδέσμευση των αποθεμάτων θα ξεκινήσει άμεσα και θα ολοκληρωθεί σε διάστημα τεσσάρων μηνών. Ο συντονισμός αυτής της μεγάλης κίνησης θα πραγματοποιηθεί υπό την επίβλεψη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), διασφαλίζοντας την αποτελεσματική διάθεση των ποσοτήτων στην αγορά.
Το συνολικό πακέτο που θα διοχετευθεί στην αγορά θα περιλαμβάνει τόσο αργό πετρέλαιο όσο και προϊόντα διύλισης. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στο ντίζελ, με σημαντικές ποσότητες να αναμένεται να διατεθούν με εμπροσθοβαρή τρόπο, ήδη μέσα στις πρώτες 20 ημέρες από την έναρξη της διαδικασίας. Αυτή η προτεραιότητα στο ντίζελ υπογραμμίζει την ανάγκη για άμεση ανακούφιση σε έναν τομέα που επηρεάζει άμεσα τις μεταφορές και τις επιχειρήσεις.
Τα μέλη της G7 και οι εταίροι
Η G7, η Ομάδα των Επτά πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών, αποτελείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία, τον Καναδά, την Ιαπωνία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Γαλλία. Στις συναντήσεις της G7 συμμετέχει επίσης και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενισχύοντας τον συντονισμό των ενεργειών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σύμφωνα με την κοινή ανακοίνωση, η αποδέσμευση θα γίνει από χώρες της G7 και από εταίρους. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί ποια ακριβώς κράτη-εταίροι θα διαθέσουν αποθέματα, ούτε έχει καθοριστεί η ακριβής κατανομή των ποσοτήτων μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία.
Το ιστορικό των παρεμβάσεων στην αγορά
Η τωρινή συμφωνία για την αποδέσμευση αποθεμάτων δεν είναι η πρώτη του είδους της. Έρχεται να προστεθεί σε μια προηγούμενη συντονισμένη κινητοποίηση αποθεμάτων, η οποία επίσης είχε πραγματοποιηθεί μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας. Οι συνεχείς αυτές παρεμβάσεις αναδεικνύουν την επίμονη πρόκληση που αντιμετωπίζει η διεθνής αγορά ενέργειας.
Η αγορά παραμένει αντιμέτωπη με έντονες γεωπολιτικές πιέσεις, οι οποίες επηρεάζουν την προσφορά και τη ζήτηση. Παράλληλα, υπάρχει μια περιορισμένη προσφορά πετρελαϊκών προϊόντων, γεγονός που συμβάλλει στην εκτίναξη των τιμών και καθιστά αναγκαίες τέτοιες συντονισμένες ενέργειες για τη σταθεροποίηση της κατάστασης.
Η πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών
Η συμφωνία για την αποδέσμευση των αποθεμάτων επιτεύχθηκε μετά από πίεση που άσκησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες προς τις ευρωπαϊκές χώρες. Η Ουάσινγκτον ζητούσε επίμονα μεγαλύτερη διάθεση αποθεμάτων στην αγορά, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση των τιμών.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε μάλιστα αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να απαγορεύσει τις αμερικανικές εξαγωγές ντίζελ, εάν η Ευρώπη δεν προχωρούσε σε μεγαλύτερη αποδέσμευση των δικών της αποθεμάτων. Την Παρασκευή, ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ότι η Ευρώπη συμφώνησε να διαθέσει μεγάλη ποσότητα αποθηκευμένου ντίζελ και ότι η διαδικασία θα ξεκινούσε άμεσα. Αργότερα, πάντως, δήλωσε από τον Λευκό Οίκο ότι η απαγόρευση των εξαγωγών «ποτέ δεν ήταν πραγματικά στο τραπέζι», προσθέτοντας ότι η Ευρώπη “έκανε πολύ καλά” που αντλεί από τα αποθέματά της σε ντίζελ, όπως ζητούσε η Ουάσινγκτον.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, είχε υποστηρίξει τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών, δηλώνοντας ότι οι Αμερικανοί αγρότες, οι μεταφορείς και οι επιχειρήσεις δεν θα έπρεπε να επωμιστούν μόνοι τους το βάρος από την εκτόξευση των τιμών των καυσίμων.
Με πληροφορίες από: Topontiki