Η στεγαστική πολιτική στην Ελλάδα έχει εισέλθει τα τελευταία χρόνια σε μια νέα φάση, χαρακτηριζόμενη από έναν σημαντικό αριθμό παρεμβάσεων. Οι κινήσεις αυτές επιχειρούν να καλύψουν διάφορες πτυχές του προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι πολίτες στην πρόσβαση σε προσιτή και κατάλληλη κατοικία.
Σε αυτό το στάδιο, η αξιολόγηση των μέτρων δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στον αριθμό τους ή στον προϋπολογισμό που διατίθεται. Το κρίσιμο μέγεθος είναι πλέον το μετρήσιμο αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται στην πράξη, όσον αφορά την πρόσβαση των πολιτών σε προσιτή στέγη.
Τα προγράμματα και οι παρεμβάσεις
Ένα ευρύ πλέγμα πολιτικών συνθέτουν πλέον οι διάφορες πρωτοβουλίες στον τομέα της στέγασης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται προγράμματα όπως τα «Σπίτι μου1» και «Σπίτι μου2», καθώς και το εξαγγελθέν «Σπίτι μου 3».
Παράλληλα, έχουν εφαρμοστεί μέτρα όπως η επιστροφή ενοικίου και τα κίνητρα για την ενεργοποίηση κλειστών κατοικιών. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται το πρόγραμμα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», η κοινωνική αντιπαροχή, οι φοιτητικές εστίες, καθώς και οι περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, συμπληρώνοντας τις ειδικότερες στεγαστικές παρεμβάσεις.
Η αναγκαιότητα της αποτίμησης
Το επόμενο βήμα για την ολοκληρωμένη προσέγγιση της στεγαστικής πολιτικής είναι η αποτίμηση της αποτελεσματικότητας όλων αυτών των μέτρων. Πρέπει να εξεταστεί πόσες κατοικίες προστέθηκαν ή επανήλθαν στην αγορά ως αποτέλεσμα των παρεμβάσεων.
Επίσης, κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί πόσα νοικοκυριά απέκτησαν πρόσβαση σε προσιτή στέγη και πώς εξελίχθηκε το κόστος στέγασης σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Η αξιολόγηση θα πρέπει να αναδείξει και ποια προβλήματα εξακολουθούν να παραμένουν άλυτα.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα στην ευρωπαϊκή στεγαστική κρίση
Συχνά αναφέρεται ότι η στεγαστική κρίση αποτελεί ένα ευρωπαϊκό φαινόμενο. Ωστόσο, αυτή η διαπίστωση χρήζει διευκρίνισης, καθώς η ένταση του προβλήματος, η διάρθρωση της αγοράς κατοικίας και τα διαθέσιμα εργαλεία στεγαστικής πολιτικής παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών.
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα, αλλά το βιώνει από μια διαφορετική αφετηρία και με διαφορετική ένταση. Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη διπλή εξέλιξη: την ουσιαστικά μηδενική ύπαρξη οργανωμένου αποθέματος κοινωνικής κατοικίας και την ταχεία υποχώρηση του ποσοστού ιδιοκατοίκησης.
Στοιχεία Eurostat: Μείωση ιδιοκατοίκησης και νέοι στην οικογενειακή εστία
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η ιδιοκατοίκηση στην Ελλάδα μειώθηκε σημαντικά από το 2019 έως το 2025. Ειδικότερα, υποχώρησε από το 75,4% στο 69,4%, καταγράφοντας πτώση έξι ποσοστιαίων μονάδων.
Αυτή η μείωση είναι σχεδόν πενταπλάσια από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώθηκε σε -1,3 ποσοστιαίες μονάδες. Πλέον, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 18η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών. Αυτό σημαίνει ότι το παραδοσιακό δίχτυ ασφαλείας της ιδιοκατοίκησης υποχωρεί, χωρίς να έχει δημιουργηθεί ένα νέο δίχτυ κοινωνικής και προσιτής κατοικίας.
Επιπροσθέτως, το 56,3% των νέων ηλικίας 25-34 ετών εξακολουθεί να διαμένει στην οικογενειακή κατοικία. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 532.000 νέους και είναι σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος βρίσκεται στο 30,1%.
Καθυστερήσεις πληρωμών και αύξηση τιμών
Τα στοιχεία της Eurostat για το έτος 2025 δείχνουν επίσης ότι στην Ελλάδα, το 41,8% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις στην εξυπηρέτηση στεγαστικών δανείων, στην καταβολή ενοικίων ή στην πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφελείας.
Το αντίστοιχο ποσοστό για το 2021 ήταν 36,4%, γεγονός που υποδηλώνει μια αύξηση κατά 5,4 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια. Παράλληλα, έχει παρατηρηθεί ότι η αύξηση των τιμών κατοικίας έχει κινηθεί με ταχύτερους ρυθμούς.
Με πληροφορίες από: Topontiki