Οι διαπραγματεύσεις για τον νέο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ανέρχεται στα 2 τρισ. ευρώ, έχουν λάβει τη μορφή ανοιχτού πολέμου μεταξύ Βερολίνου και Μαδρίτης. Ο χρόνος πιέζει, καθώς μια λύση πρέπει να βρεθεί μέχρι το τέλος του έτους, ωστόσο οι αντιμαχόμενες πλευρές παραμένουν σε μεγάλη απόσταση από την επίτευξη κοινού τόπου. Οι διαφωνίες φαίνεται μάλιστα να εντείνονται, καθώς οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενα προβλήματα στο εσωτερικό των χωρών τους.
Οι αντίθετες προσεγγίσεις για τον ευρωπαϊκό κορβανά
Οι αντιθέσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ αντανακλώνται σε άρθρα ευρωπαίων αξιωματούχων και ηγέτων που δημοσιεύτηκαν στο Politico, αναδεικνύοντας τους δύο κύριους πόλους εντός της Ένωσης. Η Γερμανία και η Ισπανία αντιπροσωπεύουν δύο διαμετρικά αντίθετες προσεγγίσεις όσον αφορά τον προϋπολογισμό, καθώς οι συνομιλίες εισέρχονται σε μια κρίσιμη φάση.
Εδώ και έναν χρόνο, από τότε που ο προϋπολογισμός τέθηκε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, το μόνο που έχει διαπιστωθεί είναι ότι οι αντιμαχόμενες πλευρές απέχουν πολύ από την εύρεση ενός κοινού τόπου. Οι διαφωνίες εντείνονται διαρκώς, καθώς οι κυβερνήσεις των χωρών βρίσκονται αντιμέτωπες με ολοένα και περισσότερα εσωτερικά προβλήματα που επηρεάζουν τη στάση τους.
Οι ισπανικές απαιτήσεις και οι υποστηρικτές τους
Στο Politico δημοσιεύτηκε ένα βασικό άρθρο με την υπογραφή του υπουργού Οικονομίας της Ισπανίας, Κάρλος Κουέρπο. Ο Κουέρπο εκπροσωπεί το μπλοκ των ευρωπαϊκών χωρών που ζητούν την προσθήκη εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ στον κοινό ευρωπαϊκό κορβανά. Επιπλέον, ζητά την καθυστέρηση της αποπληρωμής του χρέους της μεταπανδημικής περιόδου.
Στόχος αυτής της καθυστέρησης είναι να απελευθερωθούν 11 δισ. ευρώ ετησίως, τα οποία θα διατεθούν για δαπάνες στους τομείς της γεωργίας, της άμυνας και της ανταγωνιστικότητας. Ο Ισπανός υπουργός έγραψε χαρακτηριστικά ότι «ο επόμενος μακροπρόθεσμος προϋπολογισμός θα πρέπει να καθοριστεί στο 2% του ΑΕΠ της ΕΕ, ένα επίπεδο ανάλογο της πρόκλησης να στηριχθούν τόσο η οικονομία όσο και η κοινωνική συνοχή».
Η πρόταση αυτή υποστηρίζεται όχι μόνο από την Κομισιόν, αλλά και από έναν αυξανόμενο αριθμό χωρών της ΕΕ, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η Ιταλία, η Γαλλία, η Πορτογαλία και η Πολωνία, σχηματίζοντας ένα ισχυρό μέτωπο υπέρ της αύξησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων και της ευελιξίας στην αποπληρωμή χρεών.
Η αντίθετη θέση της Γερμανίας και των συμμάχων της
Αντιθέτως, το δεύτερο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Politico υπογράφεται από τους ηγέτες της Γερμανίας, της Δανίας, της Ολλανδίας, της Αυστρίας και της Φινλανδίας. Αυτές οι χώρες αντιπροσωπεύουν την αντίθετη προσέγγιση στις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό της ΕΕ, εκφράζοντας τις επιφυλάξεις τους έναντι των προτάσεων για αύξηση των δαπανών και καθυστέρηση αποπληρωμών.
Η στάση τους υπογραμμίζει τις βαθιές διαφωνίες που υπάρχουν στο εσωτερικό της Ένωσης σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική και τον τρόπο διαχείρισης των κοινών πόρων. Οι αντιμαχόμενες πλευρές παραμένουν σε απόσταση, καθιστώντας δύσκολη την επίτευξη μιας συμφωνίας που να ικανοποιεί όλα τα κράτη μέλη.
Οι πιέσεις της Κομισιόν και οι εκλογικές αναμετρήσεις
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δέχονται έντονες πιέσεις από την Κομισιόν για να οριστικοποιήσουν μια συμφωνία σχετικά με τον προϋπολογισμό, προτού διεξαχθούν οι εκλογές στη Γαλλία. Υπάρχει σοβαρή πιθανότητα στην εξουσία να ανέλθει η ακροδεξιά, μια εξέλιξη που θα περιέπλεκε σε μεγάλο βαθμό τις ήδη δύσκολες διαπραγματεύσεις.
Η Γαλλία, εν τω μεταξύ, παραμένει εγκλωβισμένη στα δικά της εσωτερικά αδιέξοδα. Η κυβέρνηση μειοψηφίας αδυνατεί να περάσει τον εθνικό προϋπολογισμό με τα αναγκαία μέτρα, ενώ ο Πρόεδρος της χώρας, Εμανουέλ Μακρόν, χαρακτηρίζεται εδώ και καιρό ως «κουτσή πάπια». Αυτό οφείλεται τόσο στη χαμηλή αποδοχή που έχει, όσο και στο γεγονός ότι η θητεία του πλησιάζει στο τέλος της και δεν έχει δικαίωμα επανεκλογής, μειώνοντας την επιρροή του στις ευρωπαϊκές διεργασίες.
Εκτός από τη Γαλλία, εκλογικές αναμετρήσεις θα διεξαχθούν τον επόμενο χρόνο και σε άλλες σημαντικές χώρες της Ένωσης, όπως η Πολωνία, η Ιταλία και η Ισπανία. Αυτό προσθέτει ένα επιπλέον επίπεδο πολυπλοκότητας στις διαπραγματεύσεις, καθώς οι κυβερνήσεις ενδέχεται να υιοθετούν πιο σκληρές στάσεις ενόψει των εθνικών τους εκλογών.
Με πληροφορίες από: Topontiki