Η ανάπτυξη των οπτικών ινών εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες επενδυτικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών, με τον ΟΤΕ και τη ΔΕΗ να ανεβάζουν ταχύτητα στον ανταγωνισμό. Η μάχη περνά πλέον στη δεύτερη και πιο απαιτητική φάση, η οποία επικεντρώνεται στην προσέλκυση πελατών στα νέα δίκτυα που έχουν αναπτυχθεί. Οι δύο κολοσσοί βρίσκονται σε έναν αγώνα δρόμου για την κυριαρχία στην αγορά των τηλεπικοινωνιών υψηλών ταχυτήτων.
Ο ΟΤΕ διατηρεί το προβάδισμα
Ο ΟΤΕ εξακολουθεί να κατέχει ένα σημαντικό προβάδισμα σε αυτή την αναμέτρηση, διαθέτοντας το μεγαλύτερο ενεργό αποτύπωμα Fiber to the Home (FTTH) στην ελληνική αγορά. Παράλληλα, ο όμιλος διαθέτει μια ισχυρή πελατειακή βάση, η οποία του προσδίδει πλεονέκτημα, καθώς και σημαντική παρουσία στη χονδρική αγορά τηλεπικοινωνιών.
Ο οργανισμός συνεχίζει την υλοποίηση ενός εκτεταμένου επενδυτικού προγράμματος, το οποίο στοχεύει στην περαιτέρω επέκταση του δικτύου οπτικών ινών σε περισσότερες περιοχές της χώρας. Αυτή η στρατηγική κίνηση ενισχύει τη θέση του στην αγορά και επιβεβαιώνει τη δέσμευσή του στην ανάπτυξη σύγχρονων υποδομών.
Η δυναμική είσοδος της ΔΕΗ
Απέναντι στον ΟΤΕ βρίσκεται πλέον ένας νέος και δυναμικός ανταγωνιστής, η ΔΕΗ, η οποία πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχε στον τηλεπικοινωνιακό χάρτη. Μέσω της θυγατρικής της, FiberGrid, η ΔΕΗ έχει εισέλθει με αποφασιστικότητα στην ανάπτυξη δικτύων οπτικών ινών, αξιοποιώντας την οικονομική ισχύ του ενεργειακού ομίλου.
Επιπλέον, η ΔΕΗ εκμεταλλεύεται την υφιστάμενη παρουσία της σε ολόκληρη τη χώρα, γεγονός που της παρέχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην ανάπτυξη των υποδομών της. Η είσοδος της ΔΕΗ στην αγορά των οπτικών ινών αλλάζει τις ισορροπίες σε έναν τομέα όπου για πολλά χρόνια ο ΟΤΕ είχε τον πρώτο λόγο στις υποδομές σταθερών επικοινωνιών.
Η νέα φάση του ανταγωνισμού
Το κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα φάση δεν είναι πλέον μόνο ο αριθμός των σπιτιών και των επιχειρήσεων που καλύπτει ένα δίκτυο οπτικών ινών. Η επόμενη και πιο σημαντική μάχη αφορά το ποσοστό των διαθέσιμων γραμμών που θα μετατραπούν σε ενεργές συνδέσεις, οδηγώντας έτσι σε πραγματικά έσοδα για τις εταιρείες.
Αυτό σηματοδοτεί την έναρξη του δυσκολότερου κομματιού της επενδυτικής αναμέτρησης. Οι επενδύσεις για την ανάπτυξη των δικτύων οπτικών ινών είναι ιδιαίτερα μεγάλες και απαιτούν υψηλή αξιοποίηση των υποδομών που δημιουργούνται, προκειμένου να επιτευχθούν οι επιθυμητές αποδόσεις και η βιωσιμότητα των επενδύσεων.
Το μέτωπο της χονδρικής αγοράς
Παράλληλα με την προσέλκυση τελικών πελατών, ανοίγει και ένα δεύτερο μέτωπο στον τομέα της χονδρικής αγοράς τηλεπικοινωνιών. Η ύπαρξη περισσότερων δικτύων οπτικών ινών δημιουργεί νέες επιλογές για τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών που επιθυμούν να προσφέρουν υπηρεσίες υψηλών ταχυτήτων.
Αυτές οι εταιρείες μπορούν πλέον να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες χωρίς να χρειάζεται να αναπτύξουν δικές τους υποδομές σε κάθε περιοχή της χώρας. Αυτό ενισχύει τον ανταγωνισμό και προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στους παρόχους υπηρεσιών, καθώς μπορούν να επιλέξουν μεταξύ των διαθέσιμων δικτύων.
Τα στοιχήματα για ΟΤΕ και ΔΕΗ
Για τον ΟΤΕ, το βασικό στοίχημα είναι να αξιοποιήσει το πλεονέκτημα της μεγάλης εγκατεστημένης βάσης πελατών που διαθέτει και να επιταχύνει τη μετάβασή τους από τις παλαιότερες συνδέσεις χαλκού στην τεχνολογία της οπτικής ίνας. Αυτή η μετάβαση είναι κρίσιμη για τη διατήρηση της ηγετικής του θέσης.
Από την πλευρά της ΔΕΗ, ο στόχος είναι να μετατρέψει την ταχεία ανάπτυξη του νέου δικτύου οπτικών ινών σε απτά εμπορικά αποτελέσματα και κέρδη. Έτσι, η μάχη των οπτικών ινών μόλις αρχίζει να αποκτά πραγματικό επιχειρηματικό ενδιαφέρον, καθώς τα δισεκατομμύρια που επενδύονται στις υποδομές θα πρέπει πλέον να φέρουν πελάτες και έσοδα, με τον ανταγωνισμό να αναμένεται να γίνει ακόμη εντονότερος τα επόμενα χρόνια.
Με πληροφορίες από: Topontiki