Η ελληνική οικονομία βρίσκεται απόψε, 4 Σεπτεμβρίου 2026, στο επίκεντρο της αξιολόγησης του διεθνούς οίκου DBRS. Ο οίκος ανοίγει τον δεύτερο γύρο των αξιολογήσεων για το τρέχον έτος, εξετάζοντας προσεκτικά την πορεία της χώρας. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, η DBRS θα σταθμίσει την ταχεία πτώση του χρέους και τα καταγραφόμενα πλεονάσματα, έναντι των προκλήσεων που θέτουν το ενεργειακό σοκ, ο πληθωρισμός και οι εξωτερικές ανισορροπίες.
Η τρέχουσα αξιολόγηση και οι προοπτικές
Σύμφωνα με την τελευταία αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε στις 6 Μαρτίου, η DBRS διατηρεί την ελληνική οικονομία στη βαθμίδα BBB, με σταθερές προοπτικές. Αυτή η βαθμίδα τοποθετεί την Ελλάδα ένα σκαλοπάτι πάνω από την είσοδο στην επενδυτική κατηγορία. Η επικείμενη αξιολόγηση έχει τη δυνατότητα να στείλει διαφορετικά μηνύματα στις αγορές, ανάλογα με το αποτέλεσμα.
Μια επιβεβαίωση της υφιστάμενης βαθμίδας, συνοδευόμενη από θετικές αναφορές στην δημοσιονομική εικόνα της χώρας, θα θεωρηθεί ως μία ακόμη ευνοϊκή ετυμηγορία. Ωστόσο, ένα ισχυρότερο μήνυμα προς τις αγορές θα προέκυπτε από τη μεταβολή των προοπτικών από σταθερές σε θετικές, ή ακόμα και από μία νέα αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας.
Οι όροι για αναβάθμιση από την DBRS
Στην έκθεσή της τον περασμένο Μάρτιο, η DBRS είχε περιγράψει με σαφήνεια τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να ανέβει ξανά η Ελλάδα στην κλίμακα αξιολόγησης. Ο πρώτος και βασικός όρος αφορά τη μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους. Συγκεκριμένα, η DBRS ζητά η μείωση αυτή να συνεχιστεί σύμφωνα με τις προβλέψεις κατά την επόμενη διετία και να παραμείνει σταθερά καθοδική σε βάθος χρόνου. Αυτή η πορεία πρέπει να στηρίζεται σε ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα.
Ο δεύτερος όρος που είχε τεθεί από τον διεθνή οίκο αφορά τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για μεταρρυθμίσεις που έχουν ως στόχο την κινητοποίηση επενδύσεων και την αύξηση των μακροπρόθεσμων δυνατοτήτων ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η τήρηση αυτών των όρων αποτελεί κλειδί για την περαιτέρω βελτίωση της θέσης της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Η πορεία του δημόσιου χρέους
Στο μέτωπο της μείωσης του δημόσιου χρέους, τα δεδομένα που έχουν καταγραφεί από τον Μάρτιο και μετά ενισχύουν σημαντικά τον ελληνικό φάκελο. Το δημόσιο χρέος, το οποίο διαμορφώθηκε κοντά στο 146% του ΑΕΠ το 2025, εκτιμάται πλέον ότι μπορεί να υποχωρήσει στο 136,8% εντός του τρέχοντος έτους, δηλαδή το 2026. Αυτή η εξέλιξη σηματοδοτεί ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος αναμένεται να περάσει κάτω από το αντίστοιχο ιταλικό ποσοστό.
Παράλληλα, οι πρόωρες αποπληρωμές χρέους αναμένεται να φτάσουν συνολικά τα 12,84 δισ. ευρώ μέσα στο 2026. Ήδη, μετά την πληρωμή των 6,94 δισ. ευρώ τον Ιούνιο, εξετάζεται η πλήρης εξόφληση των δανείων του πρώτου μνημονίου έως το 2029. Αυτό θα σήμαινε μια ολοκλήρωση των αποπληρωμών δύο χρόνια νωρίτερα από τον μέχρι τώρα σχεδιασμό, ενισχύοντας την αξιοπιστία της χώρας.
Η εκτέλεση του προϋπολογισμού και η ανθεκτικότητα της ανάπτυξης
Ένα ακόμη θετικό στοιχείο που εξετάζει η DBRS είναι η εκτέλεση του προϋπολογισμού. Κατά το επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου, καταγράφηκε πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 5,725 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό υπερβαίνει τον αρχικό στόχο των 4,417 δισ. ευρώ. Ωστόσο, μετά την αφαίρεση ετεροχρονισμών πληρωμών και έκτακτων εγγραφών, η καθαρή υπέρβαση έναντι του στόχου περιορίζεται στα 256 εκατ. ευρώ. Παρόλο που η εικόνα παραμένει θετική, δεν αφήνει περιθώρια για υπερβολές ως προς το διαθέσιμο δημοσιονομικό απόθεμα.
Η ανθεκτικότητα της ανάπτυξης αποτελεί το δεύτερο κρίσιμο τεστ για την ελληνική οικονομία. Το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσια βάση κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους. Η Κομισιόν προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για το σύνολο του 2026, με τις επενδύσεις και τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης να συμβάλλουν στον περιορισμό των απωλειών που προκύπτουν από το ενεργειακό σοκ. Για την DBRS, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ανάπτυξη, αλλά η διατήρηση της δυναμικής της.
Με πληροφορίες από: Newsit