Πρόστιμο άνω των 2 εκατ. ευρώ σε εταιρεία για τεχνητή αύξηση κεφαλαίου

Πρόστιμο άνω των 2 εκατ. ευρώ σε εταιρεία για τεχνητή αύξηση κεφαλαίου

Μία μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία βρέθηκε αντιμέτωπη με πρόστιμο άνω των 2 εκατ. ευρώ, μετά από απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ). Η Εφορία έκρινε ότι μια αύξηση κεφαλαίου ύψους 149 εκατ. ευρώ, την οποία πραγματοποίησε η εταιρεία το 2020, αποτελούσε τεχνητή διευθέτηση με σκοπό την αποφυγή φόρου. Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει ότι ακόμη και προβλεπόμενες εταιρικές πράξεις μπορούν να αμφισβητηθούν, αν δεν δικαιολογούνται από πραγματική οικονομική ή εμπορική ανάγκη.

Η αύξηση κεφαλαίου και η διαφορά «υπέρ το άρτιο»

Η υπόθεση αφορά μια μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία, η οποία το 2020 προχώρησε σε αύξηση κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτής της αύξησης, εκδόθηκαν 14,9 εκατομμύρια νέες μετοχές, με την κάθε μία να έχει ονομαστική αξία 1 ευρώ.

Ωστόσο, οι μετοχές αυτές διατέθηκαν σε τιμή 10 ευρώ η κάθε μία, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθεί συνολικό ποσό 149 εκατ. ευρώ. Από αυτό το ποσό, τα 14,9 εκατ. ευρώ καταχωρίστηκαν ως μετοχικό κεφάλαιο, ενώ τα υπόλοιπα 134,1 εκατ. ευρώ καταγράφηκαν ως διαφορά από την έκδοση μετοχών «υπέρ το άρτιο».

Η φορολογική αντιμετώπιση από την εταιρεία

Η εταιρεία, κατά την αύξηση κεφαλαίου, κατέβαλε Φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίων μόνο για την ονομαστική αύξηση των 14,9 εκατ. ευρώ. Δεν υπολόγισε αντίστοιχο φόρο για το ποσό των 134,1 εκατ. ευρώ, το οποίο είχε καταχωριστεί ως «υπέρ το άρτιο».

Η στάση αυτή της εταιρείας βασίστηκε στον γενικό κανόνα που προβλέπει ότι η συγκεκριμένη διαφορά, δηλαδή το «υπέρ το άρτιο», δεν φορολογείται κατά την καταβολή της. Αυτή η ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα τέθηκε υπό τον έλεγχο των φορολογικών αρχών.

Ο έλεγχος της Εφορίας και τα κρίσιμα ευρήματα

Ο φορολογικός έλεγχος δεν περιορίστηκε στην τυπική νομική μορφή της συναλλαγής, αλλά εστίασε στην ύπαρξη πραγματικού επιχειρηματικού λόγου. Εξετάστηκε αν υπήρχε βάσιμος λόγος για την έκδοση των νέων μετοχών σε τιμή δεκαπλάσια της ονομαστικής τους αξίας.

Ένα από τα βασικά στοιχεία που αναδείχθηκαν ήταν ότι η εταιρεία παρέμεινε μονοπρόσωπη και μετά την ολοκλήρωση της αύξησης κεφαλαίου. Το σύνολο των νέων μετοχών καλύφθηκε από τον ίδιο μοναδικό μέτοχο, χωρίς την είσοδο νέου επενδυτή και χωρίς καμία μεταβολή στη μετοχική σύνθεση της εταιρείας.

Η απουσία επιχειρηματικής ανάγκης

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε ανάγκη να καθοριστεί υψηλότερη τιμή διάθεσης για τις μετοχές, καθώς δεν υπήρχε ζήτημα εξίσωσης δικαιωμάτων μεταξύ παλαιών και νέων μετόχων, δεδομένης της μονοπρόσωπης φύσης της εταιρείας και της κάλυψης από τον ίδιο μέτοχο.

Επιπλέον, η εταιρεία ήταν ζημιογόνα κατά την περίοδο εκείνη, ενώ η λογιστική αξία των υφιστάμενων κοινών μετοχών είχε ουσιαστικά μηδενιστεί. Υπό αυτές τις οικονομικές συνθήκες, η τιμή των 10 ευρώ ανά μετοχή, με ονομαστική αξία 1 ευρώ, κρίθηκε ότι δεν ανταποκρινόταν στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης.

Η απόφαση της ΑΑΔΕ

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) αντιμετώπισε τη συγκεκριμένη συναλλαγή ως μια τεχνητή διευθέτηση. Ο σκοπός αυτής της διευθέτησης, σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, ήταν να διοχετευθεί το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης στο αφορολόγητο «υπέρ το άρτιο», αντί να καταχωριστεί στο μετοχικό κεφάλαιο.

Αυτή η εκτίμηση οδήγησε στον καταλογισμό φόρου και προστίμου στην εταιρεία, το οποίο υπερβαίνει τα 2 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας την αυστηρή στάση των φορολογικών αρχών σε περιπτώσεις που κρίνεται ότι επιχειρούνται τεχνητές ρυθμίσεις για φοροαποφυγή.

Με πληροφορίες από: Newsit

Δείτε ακόμα