Η Λευκωσία εκφράζει ανησυχίες για το αυξημένο κόστος του Great Sea Interconnector, ενώ η Αθήνα τονίζει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων

Η Λευκωσία εκφράζει ανησυχίες για το αυξημένο κόστος του Great Sea Interconnector, ενώ η Αθήνα τονίζει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων

Το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, μέσω του έργου Great Sea Interconnector (GSI), λαμβάνει νέες διαστάσεις μετά τις πρόσφατες δηλώσεις αξιωματούχων. Ο Κύπριος υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνού, και η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ) εξέφρασαν ανησυχίες για το τελικό κόστος του έργου. Από την πλευρά της Ελλάδας, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, αναφέρθηκε στο γεωπολιτικό χαρακτήρα της διασύνδεσης.

Οι κυπριακές ανησυχίες για το κόστος

Σε συνεδρίαση της επιτροπής Ενέργειας, ο Κύπριος υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνού, δήλωσε ότι το καλώδιο GSI αναμένεται να στοιχίσει σημαντικά περισσότερο από το ποσό του 1,9 δισεκατομμυρίου ευρώ που έχει αρχικά προσδιοριστεί. Ο κ. Κεραυνού διευκρίνισε πως τα 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούν κυρίως το κόστος του ίδιου του καλωδίου.

Πρόσθεσε ότι υπάρχουν επιπλέον κατασκευαστικά έργα, ασφαλιστικές καλύψεις, ανάγκες για αποθήκες και συντήρηση, τα οποία θα αυξήσουν σημαντικά το τελικό κόστος. Το αυξημένο αυτό κόστος θα κληθεί να επωμισθεί ο Κύπριος καταναλωτής, γεγονός που προκαλεί προβληματισμό στην κυπριακή κυβέρνηση.

Η θέση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου

Στο ίδιο μήκος κύματος με τις δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών, κινήθηκε και ο Άκης Χατζηγεωργίου, μέλος της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ). Ο κ. Χατζηγεωργίου σχολίασε ότι είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι το κόστος του καλωδίου θα περιοριστεί μόνο στα 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ.

Επιπλέον, ο εκπρόσωπος της ΡΑΕΚ τόνισε πως το έργο, εφόσον υλοποιηθεί, προγραμματίζεται να τεθεί σε λειτουργία από το έτος 2031 και μετά. Αυτή η χρονική εκτίμηση προστίθεται στις συζητήσεις γύρω από την οικονομική βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα του έργου μακροπρόθεσμα.

Μελέτες και προβληματισμοί της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων

Ο Κύπριος υπουργός Οικονομικών επικαλέστηκε μία προηγούμενη μελέτη που είχε ανατεθεί από την κυπριακή κυβέρνηση σε έναν αμερικανικό οίκο. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δεν ήταν ενθαρρυντικά, σύμφωνα με τον κ. Κεραυνού. Για τον λόγο αυτό, κρίθηκε σκόπιμο να πραγματοποιηθεί και μία νέα μελέτη, αυτή τη φορά από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).

Ο κ. Κεραυνού ανέφερε επίσης ότι η ΕΤΕπ είχε ήδη εκφράσει προβληματισμούς το 2023 σχετικά με την οικονομική βιωσιμότητα του έργου της διασύνδεσης. Μάλιστα, η Τράπεζα είχε εισηγηθεί στην Κύπρο να εξετάσει και την εναλλακτική λύση της αποθήκευσης ενέργειας, προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει στον τομέα αυτό.

Σε σχέση με τη νέα μελέτη της ΕΤΕπ, ο υπουργός Ενέργειας, Μιχάλης Δαμιανός, υπενθύμισε ότι αναμένεται να είναι έτοιμη ως τα τέλη του τρέχοντος έτους. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης θα είναι καθοριστικά για τις μελλοντικές αποφάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οι επόμενες κινήσεις της Κύπρου και το νομικό ζήτημα

Ως εκ τούτου, η Κύπρος θα τοποθετηθεί επίσημα σχετικά με τη συμμετοχή της στο έργο του Great Sea Interconnector μόνο όταν γίνει γνωστό το αναθεωρημένο και τελικό κόστος της διασύνδεσης. Η αναμονή των αποτελεσμάτων της μελέτης της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων είναι κομβικής σημασίας για τη λήψη αποφάσεων.

Ερωτηθείς εάν η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να μην υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε το 2021 για τη διασύνδεση, ο υπουργός Ενέργειας, Μιχάλης Δαμιανός, δήλωσε πως πρόκειται για ένα «πολύ σύνθετο νομικό ζήτημα». Η δήλωση αυτή υπογραμμίζει την πολυπλοκότητα της κατάστασης και τις πιθανές νομικές επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης αναθεώρησης των δεσμεύσεων.

Η ελληνική προσέγγιση και το γεωπολιτικό σκέλος

Στο θέμα του καλωδίου GSI αναφέρθηκε και ο Έλληνας υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου. Ο κ. Παπασταύρου εστίασε κυρίως στο γεωπολιτικό σκέλος του έργου, αναδεικνύοντας τη στρατηγική του σημασία.

Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφων, ο Έλληνας υπουργός τόνισε ότι η Ελλάδα προχωρά στην άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Ξεκαθάρισε πως αυτή η διαδικασία γίνεται «χωρίς να λαμβάνονται υπόψη άκυρες και ατεκμηρίωτες θέσεις της Τουρκίας», υπογραμμίζοντας τη σταθερή θέση της Αθήνας έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων στην περιοχή.

Με πληροφορίες από: Newsit

Δείτε ακόμα