Γιατί είμαστε τόσο κουρασμένοι ψυχικά ενώ «δεν έχει συμβεί τίποτα»
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας στις 10 Οκτωβρίου, αξίζει να στρέψουμε την προσοχή όχι μόνο στις σοβαρές ψυχικές διαταραχές, αλλά και σε εκείνη την αόρατη εξάντληση που μπορεί να νιώθουμε ακόμη κι όταν αισθανόμαστε ότι δεν υπάρχει λόγος.
Ξυπνάμε χωρίς να έχει συμβεί κάτι ιδιαίτερα δύσκολο, πηγαίνουμε στη δουλειά, διεκπεραιώνουμε τις υποχρεώσεις μας, βλέπουμε φίλους, επιστρέφουμε σπίτι και τότε έρχεται η στιγμή που νιώθουμε ότι δεν έχουμε άλλη ενέργεια. Όχι τόσο σωματική όσο ψυχική. Σαν να έχουμε περάσει όλη την ημέρα προσπαθώντας να κρατήσουμε ανοιχτά πάρα πολλά παράθυρα ταυτόχρονα. Και συχνά υπάρχει μια δεύτερη σκέψη που προσπαθεί να εξορθολογίσει αυτό που μας συμβαίνει και να βρει τον λόγο που αισθανόμαστε τέτοια κούραση, αφού δεν είχαμε μια τυπικά κουραστική ημέρα. Μόνο που η ψυχική εξάντληση δεν προϋποθέτει απαραίτητα ένα μεγάλο γεγονός. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα πολλών μικρών απαιτήσεων που συσσωρεύονται καθημερινά.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει το στρες ως μια κατάσταση ανησυχίας ή ψυχικής έντασης που προκαλείται όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με απαιτήσεις ή καταστάσεις που μας πιέζουν -με άλλα λόγια, είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούμε όταν νιώθουμε ότι πρέπει να διαχειριστούμε περισσότερα απ’ όσα μπορούμε εύκολα να αντέξουμε τη δεδομένη στιγμή. Μια απαιτητική μέρα στη δουλειά, ένα οικονομικό πρόβλημα, μια δύσκολη σχέση ή ακόμη και πολλές μικρές υποχρεώσεις που συσσωρεύονται μπορούν να ενεργοποιήσουν αυτή την αντίδραση. Το στρες, επομένως, δεν είναι από μόνο του κάτι παθολογικό, αλλά αποτελεί έναν φυσιολογικό μηχανισμό που μας βοηθά να ανταποκρινόμαστε στις προκλήσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν γίνεται πολύ έντονο ή παρατείνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να μεσολαβεί επαρκής χρόνος για αποφόρτιση και αποκατάσταση. Η δουλειά, οι οικονομικές υποχρεώσεις, η φροντίδα άλλων ανθρώπων, οι οικογενειακές σχέσεις, η αβεβαιότητα, οι συνεχείς αποφάσεις και η αίσθηση ότι πρέπει διαρκώς να είμαστε διαθέσιμοι μπορούν να λειτουργούν αθροιστικά. Αυτό έχει σημασία γιατί η ψυχική υγεία, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, δεν είναι απλώς η απουσία μιας ψυχικής διαταραχής. Είναι η κατάσταση ευεξίας που μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε τα καθημερινά στρες της ζωής, να εργαζόμαστε, να μαθαίνουμε και να συμμετέχουμε στην κοινωνική μας ζωή.
Το μυαλό κουράζεται από το συνεχές «πρέπει»
Υπάρχει και κάτι ακόμη: η νοητική κόπωση. Η έρευνα την περιγράφει ως μια κατάσταση που μπορεί να εμφανιστεί μετά από παρατεταμένη γνωστική προσπάθεια και να επηρεάσει την προσοχή, τη λήψη αποφάσεων και την απόδοση. Συστηματικές ανασκοπήσεις έχουν εντοπίσει αλλαγές στη λειτουργία εγκεφαλικών δικτύων που σχετίζονται με τον γνωστικό έλεγχο όταν παρατείνεται η νοητική προσπάθεια. Με απλά λόγια, το «να σκέφτομαι συνέχεια» είναι και αυτό δουλειά. Να θυμηθώ τι έχω να κάνω. Να απαντήσω σε ένα μήνυμα. Να μην ξεχάσω ένα ραντεβού. Να αποφασίσω τι θα μαγειρέψω. Να τελειώσω κάτι που έμεινε από τη δουλειά. Να θυμηθώ τι χρειάζεται ένας δικός μου άνθρωπος. Να ενημερωθώ. Να οργανώσω την επόμενη ημέρα. Καμία από αυτές τις απαιτήσεις δεν είναι απαραίτητα αρκετά μεγάλη ώστε να μας «ρίξει». Όλες μαζί, όμως, δημιουργούν ένα σταθερό γνωστικό φορτίο.
Δεν είναι πάντα «τεμπελιά»
Η ψυχική κόπωση μπορεί να μοιάζει με αδιαφορία, αναβλητικότητα ή έλλειψη κινήτρου. Μπορεί να δυσκολευόμαστε να συγκεντρωθούμε, να εκνευριζόμαστε ευκολότερα ή να θέλουμε απλώς να μείνουμε μόνοι και να μην πάρουμε άλλη μία απόφαση. Η έρευνα έχει δείξει επίσης ότι η κόπωση συνδέεται με εργασιακούς στρεσογόνους παράγοντες, ακόμη και όταν λαμβάνεται υπόψη η κατάθλιψη. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί μας θυμίζει ότι η εξάντληση δεν πρέπει αυτομάτως να ερμηνεύεται ως ψυχική διαταραχή. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει και να την αγνοούμε. Όταν η κόπωση, η ευερεθιστότητα, η δυσκολία συγκέντρωσης, η απώλεια ενδιαφέροντος ή ο κακός ύπνος επιμένουν και επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα, τότε είναι η στιγμή να μιλήσουμε με έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας -κάτι που μπορούμε να κάνουμε και χωρίς να περιμένουμε να φτάσουμε τον οργανισμό μας στα άκρα. Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι όταν τα συμπτώματα του στρες γίνονται επίμονα και αρχίζουν να επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργία, μπορεί να χρειάζεται επαγγελματική υποστήριξη.
Να σταματήσουμε να γεμίζουμε κάθε κενό. Δεν χρειάζεται κάθε ελεύθερη στιγμή να καταλαμβάνεται από το κινητό, τα social media, ειδήσεις ή κάποια ακόμη υποχρέωση. Ο εγκέφαλος χρειάζεται και περιόδους χωρίς νέα ερεθίσματα και αποφάσεις.
Να βάζουμε όρια στη διαθεσιμότητα. Το να απαντάμε αμέσως σε κάθε μήνυμα και να είμαστε συνεχώς διαθέσιμοι δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν υπάρχει ποτέ πραγματικό «τέλος» της ημέρας. Μικρά διαστήματα χωρίς ειδοποιήσεις μπορούν να λειτουργήσουν σαν πραγματικό διάλειμμα.
Να ξεχωρίζουμε τι είναι επείγον από τι απλώς εκκρεμεί. Όταν όλα μοιάζουν εξίσου σημαντικά, το μυαλό παραμένει σε διαρκή εγρήγορση. Μια σύντομη λίστα με τα πραγματικά απαραίτητα της ημέρας μπορεί να μειώσει το νοητικό φορτίο.
Να προστατεύουμε τον ύπνο και την αποκατάσταση. Η επαρκής και ποιοτική ξεκούραση δεν είναι πολυτέλεια αλλά βασικό μέρος της διαχείρισης του στρες. Το ίδιο ισχύει για την κίνηση, την επαφή με ανθρώπους που μας κάνουν να νιώθουμε ασφαλείς και τα διαλείμματα μέσα στην ημέρα.
Και κυρίως, να μην περιμένουμε να φτάσουμε στα όριά μας για να ζητήσουμε βοήθεια. Αν η εξάντληση, το άγχος, η ευερεθιστότητα, η δυσκολία συγκέντρωσης, η απώλεια ενδιαφέροντος ή τα προβλήματα ύπνου επιμένουν και επηρεάζουν την καθημερινότητά μας, η συζήτηση με έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας μπορεί να είναι ένα ουσιαστικό επόμενο βήμα.
Με πληροφορίες από: clickatlife.gr