Μια 45χρονη διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αγόρασε μια εγκαταλελειμμένη εκκλησία του 1898 στο Μίσιγκαν, με σκοπό να την μετατρέψει στο σπίτι των ονείρων της. Η Γουίτνεϊ Άντερσον, όπως είναι το όνομά της, ονόμασε το φιλόδοξο αυτό εγχείρημα «chouse», συνδυάζοντας τις αγγλικές λέξεις church και house. Η μετατροπή του ιστορικού ναού σε κατοικία αποτελεί τη μεγαλύτερη προσωπική και οικονομική πρόκληση που έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα.
Ένα παιδικό όνειρο που έγινε πραγματικότητα
Το ενδιαφέρον της Γουίτνεϊ Άντερσον για τη μετατροπή ενός ναού σε σπίτι χρονολογείται από την παιδική της ηλικία. Όταν συνόδευε τους παππούδες της στην εκκλησία, είχε εντυπωσιαστεί από την αρχιτεκτονική των κτιρίων, τα περίτεχνα βιτρό παράθυρα και τη μοναδική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν αυτοί οι χώροι. Αυτή η παιδική γοητεία εξελίχθηκε σε ένα όνειρο ζωής, το οποίο αποφάσισε να κυνηγήσει μετά από πολλά χρόνια.
Αφού έζησε για περισσότερα από τριάντα χρόνια στη Νέα Υόρκη, όπου έχτισε την καριέρα της ως διακοσμήτρια, η Άντερσον ξεκίνησε πριν από περίπου μία δεκαετία να αναζητά την κατάλληλη ιδιοκτησία για να υλοποιήσει το όραμά της. Για να χρηματοδοτήσει το μεγαλεπήβολο αυτό εγχείρημα, αποταμίευσε εντατικά, καταφέρνοντας να συγκεντρώσει σχεδόν 250.000 δολάρια.
Η ανακάλυψη και η αγορά του ιστορικού κτιρίου
Η ευκαιρία που περίμενε η Γουίτνεϊ Άντερσον εμφανίστηκε την άνοιξη του 2024. Εντόπισε μια αγγελία στην πλατφόρμα Zillow, η οποία αφορούσε μια παλιά ενοριακή κατοικία στο Μίσιγκαν. Η αρχική τιμή πώλησης για την ιδιοκτησία, που περιλάμβανε και την εγκαταλελειμμένη εκκλησία, ήταν 125.000 δολάρια.
Το κτίριο της εκκλησίας είχε κατασκευαστεί το 1898 και λειτουργούσε αρχικά ως ναός των Μεθοδιστών. Μετά από διαπραγματεύσεις, τον Ιούνιο του 2024, η Άντερσον έκλεισε τη συμφωνία στα 45.000 δολάρια. Η αγορά περιλάμβανε την εκκλησία, η οποία έχει έκταση 325 τετραγωνικών μέτρων, την προσκολλημένη κατοικία και ένα οικόπεδο συνολικής έκτασης 930 τετραγωνικών μέτρων.
Οι σοβαρές φθορές και οι προκλήσεις της ανακαίνισης
Κατά την αγορά, το κτίριο της εκκλησίας παρουσίαζε σοβαρές δομικές φθορές, αποτέλεσμα της μακρόχρονης εγκατάλειψης. Η στέγη του ναού είχε μεγάλες τρύπες, γεγονός που επέτρεπε την εισροή υδάτων και είχε προκαλέσει εκτεταμένη υγρασία σε όλο το εσωτερικό. Η κατάσταση ήταν τόσο άσχημη που η παρουσία μούχλας ήταν ιδιαίτερα έντονη, αναγκάζοντας την Άντερσον να φορέσει προστατευτική μάσκα κατά την πρώτη της επιθεώρηση του ακινήτου.
Δύο χρόνια μετά την έναρξη των εργασιών αποκατάστασης, η Γουίτνεϊ Άντερσον έχει ήδη επενδύσει περίπου 194.000 δολάρια στο εγχείρημα. Η ίδια παραδέχεται ότι δεν έχει ακόμα εγγυήσεις για την κερδοφορία της επένδυσης, χαρακτηρίζοντάς την ως «το μεγαλύτερο στοίχημα που έχω βάλει ποτέ στη ζωή μου». Οι εργασίες επικεντρώθηκαν αρχικά στην επισκευή της στέγης, τη στεγανοποίηση του κτιρίου και την απομάκρυνση των ζημιών που είχαν προκληθεί από το νερό και τη μούχλα.
Διατήρηση της αυθεντικότητας και μείωση του κόστους
Η Γουίτνεϊ Άντερσον έχει θέσει ως στόχο να διατηρήσει την αυθεντική ταυτότητα του ναού, επαναχρησιμοποιώντας πολλά από τα αρχικά στοιχεία του κτιρίου. Τα βιτρό παράθυρα, τα φωτιστικά της δεκαετίας του 1940 και οι ξύλινοι πάγκοι του ναού αποτελούν μέρος αυτής της στρατηγικής. Τους πάγκους, μάλιστα, σκοπεύει να τους μετατρέψει σε έπιπλα και σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη για το νέο της σπίτι, δίνοντας τους νέα ζωή και λειτουργικότητα.
Η διακοσμήτρια υπολογίζει ότι το συνολικό κόστος για την ολοκλήρωση της μετατροπής δεν θα υπερβεί τα 400.000 δολάρια. Για να επιτύχει αυτόν τον στόχο και να μειώσει τα έξοδα, εκτελεί η ίδια πολλές από τις εργασίες ανακαίνισης, επιδεικνύοντας προσωπική αφοσίωση και προσπάθεια στο όραμά της.
Με πληροφορίες από: Gazzetta