Νέα μελέτη εξηγεί γιατί κάποιοι εμφανίζουν εντονότερες παρενέργειες από τα εμβόλια

Νέα μελέτη εξηγεί γιατί κάποιοι εμφανίζουν εντονότερες παρενέργειες από τα εμβόλια

Νέα επιστημονική μελέτη από ερευνητές του Κέντρου Εμβολίων του Πανεπιστημίου της Γενεύης και του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Γενεύης προσφέρει εξηγήσεις για τις διαφορετικές παρενέργειες που εμφανίζουν οι άνθρωποι μετά τον εμβολιασμό. Η έρευνα υποδεικνύει ότι οι αποκλίσεις αυτές οφείλονται σε μικρές διαφορές στον τρόπο λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος κάθε ατόμου. Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Science Translational Medicine, παρακολούθησε στενά τις αντιδράσεις εθελοντών μετά τη λήψη εμβολίου mRNA.

Η διεξαγωγή της μελέτης και τα πρώτα ευρήματα

Η ομάδα των ερευνητών εξέτασε συνολικά 51 υγιείς ενήλικες, με διάμεση ηλικία 43,5 ετών, οι οποίοι συμμετείχαν στη μελέτη. Όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν δύο δόσεις εμβολίου mRNA, το οποίο στόχευε τον ιό SARS-CoV-2. Μετά από κάθε δόση, οι ερευνητές παρακολούθησαν προσεκτικά τους εθελοντές για μία εβδομάδα, καταγράφοντας λεπτομερώς τυχόν παρενέργειες που ενδέχεται να εμφάνισαν.

Από την ανάλυση των δεδομένων, αναδείχθηκε ότι ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την ένταση των αντιδράσεων είναι η φυσική αντιική άμυνα του οργανισμού. Ειδικότερα, η δραστηριότητα της ιντερφερόνης φάνηκε να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

Ο ρόλος της ιντερφερόνης στην ανοσολογική απόκριση

Η ιντερφερόνη αποτελεί μια πρωτεΐνη σηματοδότησης, η οποία απελευθερώνεται από τα κύτταρα όταν αυτά ανιχνεύουν την παρουσία ενός ιού. Ο βασικός της ρόλος είναι να προειδοποιεί τα άλλα κύτταρα του οργανισμού, ώστε να ενεργοποιήσουν τους δικούς τους αμυντικούς μηχανισμούς έναντι του παθογόνου. Ωστόσο, η ικανότητα παραγωγής αυτών των πρωτεϊνών διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, γεγονός που εξηγεί εν μέρει τις διαφορετικές αντιδράσεις.

Σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνητών, όσο πιο ενεργή είναι η φυσική απόκριση ιντερφερόνης ενός ατόμου πριν ακόμη από τον εμβολιασμό, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να εκδηλώσει εντονότερες προσωρινές αντιδράσεις μετά τη χορήγηση του εμβολίου. Αυτά τα συμπτώματα, όπως η κόπωση, ο πυρετός ή άλλα συμπτώματα που μοιάζουν με κρυολόγημα ή γρίπη, δεν αποτελούν σοβαρές επιπλοκές, αλλά ενδείξεις ότι το ανοσοποιητικό σύστημα ενεργοποιείται και «εκπαιδεύεται» να αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο παθογόνο.

Πειράματα σε ποντίκια και ο μηχανισμός της επίκτητης ανοσίας

Προκειμένου να εμβαθύνουν στην κατανόηση του μηχανισμού των ανοσολογικών αντιδράσεων, οι επιστήμονες διεξήγαγαν επιπλέον πειράματα σε ποντίκια. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων αυτών έδειξαν ότι μετά την πρώτη δόση του εμβολίου, ο οργανισμός αναπτύσσει αντισώματα και ενεργοποιεί τα Τ-λεμφοκύτταρα. Αυτά τα κύτταρα έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν τα αντιγόνα του εμβολίου, προετοιμάζοντας τον οργανισμό για μελλοντική έκθεση.

Μετά τη χορήγηση της δεύτερης δόσης, η ήδη αποκτηθείσα ανοσία μπορεί να οδηγήσει σε ταχεία ενίσχυση της δραστηριότητας άλλων λευκών αιμοσφαιρίων, των μονοκυττάρων. Αυτή η ενισχυμένη αντίδραση των μονοκυττάρων συμβάλλει στην ισχυρότερη συνολική αντίδραση στον εμβολιασμό, εξηγώντας γιατί η δεύτερη δόση συχνά συνδέεται με πιο έντονα συμπτώματα.

Πιθανοί επιπλέον παράγοντες και η σημασία των ευρημάτων

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι διάφοροι παράγοντες, όπως η γενετική προδιάθεση, το μικροβίωμα του εντέρου και προηγούμενες φλεγμονώδεις αντιδράσεις, ενδέχεται να επηρεάζουν τη συγκεκριμένη ανοσολογική απόκριση. Ωστόσο, τονίζουν ότι απαιτούνται περαιτέρω και πιο εκτεταμένες μελέτες για να επιβεβαιωθεί ο ακριβής ρόλος αυτών των παραγόντων στην ένταση των παρενεργειών.

Οι ειδικοί της μελέτης υπογραμμίζουν ότι όλες οι αντιδράσεις που καταγράφηκαν στους συμμετέχοντες ήταν, κατά κανόνα, ήπιες και προσωρινές. Δεν υπήρξαν αναφορές για σοβαρές επιπλοκές που να συνδέονται με τον εμβολιασμό. Παρόλα αυτά, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει διαθέσιμος τρόπος για να προβλεφθεί με ακρίβεια ποιο άτομο θα εμφανίσει εντονότερες παρενέργειες και ποιο όχι.

Με πληροφορίες από: Ieidiseis

Δείτε ακόμα