Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής – υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) έχει γνωρίσει μια κατακόρυφη αύξηση στις διαγνώσεις τα τελευταία χρόνια, με πολλούς να αισθάνονται ότι επηρεάζονται από αυτήν λόγω του συνεχούς άγχους και των πειρασμών των social media. Μια νέα έρευνα επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο του Άαρχους στη Δανία έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα, υποδεικνύοντας ότι το όριο για τη διάγνωση της ΔΕΠΥ, αλλά και του αυτισμού, έχει διευρυνθεί σημαντικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα άτομα με αυτές τις καταστάσεις να είναι πλέον σχεδόν δυσδιάκριτα από εκείνα που δεν τις έχουν.
Η αύξηση των διαγνώσεων και οι ήπιες περιπτώσεις
Η έκρηξη στις διαγνώσεις ΔΕΠΥ αποτελεί ένα φαινόμενο της σύγχρονης εποχής. Σύμφωνα με παρατηρήσεις, στα σχολεία τα μισά παιδιά πλέον διαγιγνώσκονται με ΔΕΠΥ, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που κάνουν λόγο για μια ασθένεια που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Παράλληλα, υπάρχουν επικριτές που θεωρούν τη ΔΕΠΥ μια κατά φαντασίαν διαταραχή ή υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι δηλώνουν ότι την έχουν για να λάβουν διαφορετική αντιμετώπιση.
Οι γιατροί έχουν παρατηρήσει μια σαφή αύξηση στις «ηπιότερες» περιπτώσεις, γεγονός που συνδέεται άμεσα με τη διεύρυνση των διαγνωστικών κριτηρίων. Οι επιστήμονες της μελέτης επισημαίνουν στο επιστημονικό περιοδικό Jama Psychiatry ότι ακριβώς αυτή η χαλάρωση των κριτηρίων, που πλέον περιλαμβάνει και πιο ήπιες εκφάνσεις της διαταραχής, οδηγεί στη μεγάλη αύξηση του συνολικού αριθμού των διαγνώσεων.
Μεταβαλλόμενοι παράγοντες κινδύνου
Η νέα μελέτη έδειξε ότι οι εδραιωμένοι παράγοντες κινδύνου, όπως τα συγγενή προβλήματα και το χαμηλό οικογενειακό εισόδημα, ασκούν πλέον πολύ μικρότερη επιρροή στην εμφάνιση της ΔΕΠΥ και του αυτισμού σε σύγκριση με το παρελθόν. Συγκεκριμένα, οι συνηθισμένοι παράγοντες κινδύνου, όπως το πολύ χαμηλό βάρος γέννησης ή οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, εμφανίζονται πλέον πολύ λιγότερο συχνά στα άτομα που λαμβάνουν διάγνωση.
Η ομάδα των ερευνητών, με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο του Άαρχους, ανάλυσε περίπου 71.300 παιδιά από τη Δανία που διαγνώστηκαν με αυτισμό και ΔΕΠΥ μεταξύ 2012 και 2022. Διαπιστώθηκε ότι το 2012, τα παιδιά που γεννήθηκαν με χαμηλό βάρος είχαν 54% περισσότερες πιθανότητες διάγνωσης αυτισμού ή ΔΕΠΥ σε σχέση με εκείνα που γεννήθηκαν με φυσιολογικό βάρος. Ωστόσο, μέχρι το 2022, το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί σημαντικά, φτάνοντας μόλις το 17%.
Αλλαγές παρατηρήθηκαν και στη σύνδεση μεταξύ του οικογενειακού εισοδήματος και της διάγνωσης, ειδικά για τη ΔΕΠΥ. Στην αρχή της μελέτης, ένα στα τέσσερα παιδιά με διάγνωση είχε μητέρα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, ενώ το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε περίπου ένα στα επτά έως το 2022. Οι ερευνητές εξέτασαν συνολικά 19 χαρακτηριστικά πριν από τη διάγνωση, συμπεριλαμβανομένου του οικογενειακού εισοδήματος, της συγκατοίκησης των γονέων, της υγείας και της ηλικίας τους κατά τη γέννηση, καθώς και προηγούμενων επισκέψεων σε γενικούς γιατρούς ή ψυχολόγους.
Με πληροφορίες από: ieidiseis.gr