Η σχέση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης παρουσιάζει ένα βαθύ ρήγμα αναφορικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία και την αντιμετώπιση της Ρωσίας. Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ζητά νέα οικονομική βοήθεια από την Ευρώπη, την ώρα που ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, φαίνεται να απορρίπτει το αίτημά του και να αναστέλλει νέες κυρώσεις κατά της Μόσχας. Αυτή η διαφοροποίηση δεν περιορίζεται πλέον σε δημόσιες δηλώσεις, αλλά αποτυπώνεται σε συγκεκριμένες αποφάσεις και ενέργειες.
Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών
Ο Ντόναλντ Τραμπ αναστέλλει την εφαρμογή σημαντικού μέρους νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας και προχωρά σε ενεργειακή συμφωνία με τη Μόσχα. Παράλληλα, στρέφει τα πυρά του εναντίον του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ενώ φέρεται να του κλείνει την πόρτα και στο σύστημα Starlink.
Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου για αναστολή των κυρώσεων πυροδοτήθηκε από εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε την Παρασκευή (16/10). Ο νόμος, που είχε εγκριθεί με διακομματική υποστήριξη στις ΗΠΑ, προέβλεπε αυστηρά οικονομικά μέτρα σε βάρος ρωσικών προσώπων, τραπεζών και επιχειρήσεων, καθώς και πρόσθετους δασμούς σε χώρες που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικά ενεργειακά προϊόντα. Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι πρέπει να συνεκτιμηθούν οι συνέπειες των κυρώσεων στην αμερικανική και στην παγκόσμια οικονομία, σε μια περίοδο αυξημένων ενεργειακών τιμών και παρατεταμένης αστάθειας στη Μέση Ανατολή.
Η ευρωπαϊκή προσέγγιση
Στον αντίποδα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συσπειρώνονται γύρω από τον Ουκρανό πρόεδρο, επιμένοντας στην ενίσχυση της οικονομικής και στρατιωτικής πίεσης προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει την οικονομική πίεση προς τη Ρωσία.
Για τους Ευρωπαίους, η χαλάρωση της πίεσης προς τη Ρωσία δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα συντονισμού, καθώς η Ε.Ε. επιχειρεί να περιορίσει τα έσοδα με τα οποία χρηματοδοτείται η ρωσική πολεμική μηχανή. Η διαφοροποίηση των δύο πλευρών του Ατλαντικού αποτυπώνεται επίσης στις ενεργειακές συναλλαγές με τη Ρωσία, στην ανταλλαγή στρατιωτικών πληροφοριών και στις δεσμεύσεις για τη χρηματοδότηση της ουκρανικής άμυνας.
Οι κυρώσεις και οι επιπτώσεις τους
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ δεν καταργεί το σύνολο των αμερικανικών κυρώσεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ. Ωστόσο, αναστέλλει την εφαρμογή νέων περιορισμών που είχαν σχεδιαστεί για να ενισχύσουν την οικονομική πίεση στη Μόσχα. Η Ουάσινγκτον επικαλείται τις επιπτώσεις των ενεργειακών τιμών στην αμερικανική οικονομία ως λόγο για την αναστολή.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ανέφερε την Κυριακή (18/10) ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα χρειαστεί έως και 60 ημέρες για να αξιολογήσει τις οικονομικές επιπτώσεις των μέτρων. Από την πλευρά του, το Κίεβο προειδοποιεί ότι η χαλάρωση των περιορισμών ενισχύει την ικανότητα του Κρεμλίνου να συνεχίζει τον πόλεμο.
Πρόσφατες εξελίξεις στο μέτωπο
Οι εξελίξεις της Κυριακής (18/10) στο πεδίο των μαχών αναδεικνύουν περαιτέρω την απόσταση μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού ως προς τον τρόπο τερματισμού του πολέμου. Την ημέρα αυτή σημειώθηκε νέα μεγάλης κλίμακας ουκρανική επίθεση στη Ρωσία.
Παράλληλα, υπήρξαν καταγγελίες για δεκάδες ρωσικά πλήγματα στις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας. Αυτές οι στρατιωτικές ενέργειες υπογραμμίζουν την συνεχιζόμενη ένταση και την ανάγκη για συντονισμένη στρατηγική, η οποία, ωστόσο, φαίνεται να απουσιάζει μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης.
Με πληροφορίες από: Ieidiseis