Νεκρός βρέθηκε ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας: Ποιος ήταν

Δολοφονημένος με χτυπήματα στο πρόσωπο βρέθηκε μέσα στο σπίτι του ο 83χρονος  συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας. Η είδηση του θανάτου του έχει συγκλονίσει το συγγενικό του περιβάλλον καθώς και γνωστούς και φίπους του συγγραφέας

Ο Μένης Κουμανταρέας βρέθηκε στις 00:45 τα ξημερώματα του Σαββάτου από συγγενείς του μέσα στο ίδιο του το διαμέρισμα στην Κυψέλη.

Πριν από λίγους μήνες ο Μένης Κουμανταρέας είχε χάσει και τη σύζυγό του. Το ζεύγος δεν είχε παιδιά.

Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες είχε βγεί για φαγητό με φίλους στην περιοχή και αργότερα, όταν τον αναζήτησε στο τηλέφωνο ένας από αυτούς, δεν τον βρήκε και κάλεσε την αστυνομία.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αστυνομίας, πρόκειται για ληστεία αφού το σπίτι του ήταν αναστατωμένο.

Ακόμα όμως δεν έχει διαπιστωθεί αν η πόρτα είναι παραβιασμένη ή αν άνοιξε ο ίδιος ο συγγραφέας.

Πληροφορίες αναφέρουν πως ήταν δεμένος και μαχαιρωμένος.

Οι αρχές ερευνούν εκτός των άλλων και το ευρύτερο φιλικό και επαγγελματικό περιβάλλον του συγγραφέα.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα

Ο Μένης Κουμανταρέας (Αθήνα, 1931) είναι Έλληνας πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής.

Γεννήθηκε στην πλατεία Βικτωρίας, ζει στην Κυψέλη το 1931. Αποφοίτησε από το Πρότυπο Λύκειο Αθηνών Κάρολος Μπερζάν και φοίτησε στη Νομική και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εργάστηκε κατά καιρούς σε ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες. Από το 1982 μέχρι και το θάνατό ασχολούτο, αποκλειστικά από τη συγγραφική του δραστηριότητα.

Ήταν βιωματικός συγγραφέας και η γραφή του ήταν συνηθισμένη να κινείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας.

 

Πολυγραφότατος συγγραφέας και δημοσιογράφος, εξέδωσε το τελευταίο του βιβλίο «Ο θησαυρός του χρόνου» (2014, Εκδόσεις Πατάκη) γέμισε τις προθήκες των βιβλιοπωλείων μόλις λίγες ημέρες πριν. Ενώ μόλις χθες εκδόθηκε από τις εκδόσεις Τόπος το τελευταίο του βιβλίο, η Αλληλογραφία του με τον Βασίλη Βασιλικό. 



Ο Μένης Κουμανταρέας, από τους σημαντικότερους συγγραφείς της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς της ελληνικής πεζογραφίας.



Η νεότητα

«Μικρός ήμουν σχολείο-σπίτι, σπίτι-σχολείο. Και τα καλοκαίρια στην Κηφισιά. Ήμουν ένα πολύ προστατευμένο παιδί. Αυτό λειτούργησε και θετικά και αρνητικά. Θετικά στο ότι ήμουν συγκεντρωμένος στον κόσμο και όχι τόσο στα μαθήματα. Δεν ήμουν και τόσο καλός μαθητής, αλλά διάβαζα πάρα πολύ» έχει πει ο ίδιος εξιστορώντας τη νεότητά του. Το 1949 αποφοίτησε από το Πρότυπο Λύκειο Αθηνών- δεν ακολούθησε συστηματικές πανεπιστημιακές σπουδές. «Δεν πέρασα καθόλου εφηβεία. Άρχισα να μαλώνω με τον πατέρα μου στα 21» έχει πει.

« Στην Κυψέλη ήρθα κάποια στιγμή το '80 με τη γυναίκα μου. Είναι ένα ζωντανό μέρος ακόμα. Θα ευχόμουν να ήταν λιγότερο βρόμικο και να έχει λιγότερες ακαθαρσίες από τους σκύλους» είχε  εξομολογηθεί πρόσφατα σε συνέντευξη για το τελευταίο του βιβλίο που έχει χαρακτηρισθεί αυτοβιογραφικό.

«Οι αναγνώστες θα έχουν βαρεθεί να διαβάζουν συνέχεια για την πλατεία Βικτωρίας. Αποφεύγω να γίνομαι ένας τουρίστας στην πόλη. Όταν γράφεις μια ιστορία για την πόλη πρέπει να κοιτάς τους ήρωες από πολύ κοντά και να είσαι αποστασιοποιημένος κιόλας. Η αρχική φωλιά για να τους βρεις είναι πάντα ο εαυτός σου. Υπάρχει ο κίνδυνος να γίνεις εγωκεντρικός και αυτάρεσκος. Μετά είναι οι άνθρωποι που γνωρίζεις. Οι άγνωστοι είναι πιο καλοί για μυθοπλασία, γιατί φαντάζεσαι με αυτούς. Το σπορ που μου αρέσει όταν πάω για καφέ είναι να κάθομαι να ακούω τι λένε στα διπλανά τραπέζια και να προσπαθώ να φανταστώ τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί που συζητούν».

Η συγγραφή και οι διακρίσεις

Εργάστηκε επί είκοσι χρόνια σε ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες.Το 1961 άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό "Ταχυδρόμος", και το 1962 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη συλλογή διηγημάτων "Τα μηχανάκια". Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε στην αντιστασιακή έκδοση "18 Κείμενα" και οδηγήθηκε τρεις φορές σε δίκη βάσει του νόμου "περί ασέμνου δημοσιεύμα-τος" για το έργο του "Το αρμένισμα"- ωστόσο, το 1972 πήρε την υποτροφία RAAD για το Βερολίνο. Από το 1982 ασχολείται αποκλειστικά με τη συγγραφή και τη μετάφραση ( έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, Λιούις Κάρολ, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ουίλιαμ Φώκνερ και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ).

Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1967, για το Αρμένισμα) και το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1976, για τη "Βιοτεχνία υαλικών" και, 2002, για το "Δύο φορές Έλληνας"). Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, και τη δεκαετία του 1980 διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά.

Η οικονομική κρίση

«Τώρα όλοι θιγόμαστε από την οικονομική κρίση, αλλά και πάλι υπερβάλλουμε ως Έλληνες. Φοβάμαι για την οικονομική κρίση και για τα λεφτά του κόσμου στην τράπεζα, αλλά φοβάμαι εξίσου όταν πηγαίνω το βράδυ να πετάξω τα σκουπίδια και είναι ένας κύριος, 45άρης, μ' ένα μωρό στο καρότσι και μου παίρνει τα σκουπίδια από το χέρι, τα πετάει αυτός και μετά μου λέει «ένα ευρώ, παρακαλώ». Με κυνηγάει αυτό το πράγμα. Υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρουν φαγητό. Αυτό με αγγίζει πιο πολύ από το αν η εφορία με κυνηγάει περισσότερο ή λιγότερο» είπε πριν λίγο καιρό σε συνέντευξή του .