Τα 10+1 πράγματα που δεν θα αλλάξουν μετά τη ΔΕΘ 2026

Τα 10+1 πράγματα που δεν θα αλλάξουν μετά τη ΔΕΘ 2026

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα φέρεται να πάσχει από την παλιά ιδέα του αναντικατάστατου, μια αντίληψη που επανέρχεται στην επικαιρότητα. Μετά από οκτώ χρόνια διακυβέρνησης, ο κ. Μητσοτάκης εμφανίζεται έτοιμος να επαναλάβει τη στάση που είχε ο κ. Τσίπρας το 2019 και το 2023. Αυτή η προσέγγιση εγείρει συζητήσεις σχετικά με την εναλλακτική πολιτική και τις επιλογές των πολιτών.

Η ιδέα του αναντικατάστατου στο πολιτικό σκηνικό

Η αντίληψη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στην πολιτική σκηνή φαίνεται να κυριαρχεί, επηρεάζοντας τόσο τον νυν όσο και τον τέως πρωθυπουργό. Ο κ. Μητσοτάκης, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, υιοθετεί τη θατσερική έκφραση «TINA» (There Is No Alternative), υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή διακυβέρνησης. Ωστόσο, η ίδια η ιστορία δείχνει πως αυτή η πεποίθηση μπορεί να αποδειχθεί μάταιη.

Οι πολίτες, όπως υπογραμμίζεται, δεν επιθυμούν τους «χθεσινούς», ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στην εξουσία. Παρά τον επικοινωνιακό έλεγχο που ασκεί ο κ. Μητσοτάκης και την εικόνα που προβάλλεται δημοσκοπικά περί απουσίας αντιπάλου, η πραγματικότητα μπορεί να είναι διαφορετική. Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα αντικαταστάσιμων ηγετών, κάτι που υπενθυμίζει την ανάγκη για συνεχή αξιολόγηση και ανανέωση.

Οι αμφισβητήσεις του τέως πρωθυπουργού και οι επιπτώσεις της πανδημίας

Ο τέως πρωθυπουργός, κ. Τσίπρας, είχε εκφράσει την αμφιβολία του για το αν οι ψηφοφόροι θα επέλεγαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη το 2019, δεδομένου ότι ο τελευταίος είχε προβεί σε μαζικές απολύσεις το 2012 ως υπουργός Δημόσιας Διοίκησης. Αντίστοιχα, το 2023, ο κ. Τσίπρας πίστευε ότι οι πολίτες θα προχωρούσαν σε αλλαγή μετά την πρώτη θητεία της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Οι εκτιμήσεις του τέως πρωθυπουργού βασίζονταν σε μια σειρά γεγονότων που συνέβησαν κατά την περίοδο της πανδημίας. Συγκεκριμένα, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε σημαντικά, το δημόσιο έλλειμμα εκτινάχτηκε σε δυσθεώρητα ύψη, οι απευθείας αναθέσεις πολλαπλασιάστηκαν και τα επιδόματα διαχύθηκαν στην κοινωνία, μετά από δεκατρία χρόνια μνημονιακών περικοπών. Αυτά τα στοιχεία, κατά την άποψη του κ. Τσίπρα, θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει σε διαφορετική εκλογική συμπεριφορά.

Η ακρίβεια ως κυβερνητική πολιτική

Μία από τις βασικές επικρίσεις που διατυπώνονται αφορά την ακρίβεια, η οποία χαρακτηρίζεται ως κύρια πολιτική της κυβέρνησης. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η κυβέρνηση κατέστησε την ακρίβεια βασικό εργαλείο για την αύξηση των εσόδων του κράτους μέσω του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ). Παράλληλα, αυτή η πολιτική φέρεται να ενίσχυσε τα ολιγοπώλια στην αγορά, ενώ συνέβαλε στη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Η μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ επιτεύχθηκε, όπως αναφέρεται, μέσω της νομισματοποίησης του χρέους, δηλαδή της αύξησης του παρονομαστή, του ονομαστικού ή πληθωρισμένου ΑΕΠ. Αντίθετα, η κριτική υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να είχαν αφεθεί περισσότερα χρήματα στην αγορά, να ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, να πραγματοποιηθούν επενδύσεις και να αυξηθεί το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας.

Διαχείριση δημοσίου χρήματος και υγειονομική θωράκιση

Σημαντικές ενστάσεις εκφράζονται και για τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Σύμφωνα με τις πηγές, διασπαθίστηκε δημόσιο χρήμα μέσω αναθέσεων, οι οποίες ανήλθαν σε 12 δισεκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον, αναφέρονται «διαγωνισμοί» με έναν μόνο μετέχοντα, οι οποίοι αντιστοιχούν σε 8 δισεκατομμύρια ευρώ, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό.

Κατά την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού, κατασπαταλήθηκαν έως και 62 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς ωστόσο να έχει θωρακιστεί υγειονομικά η χώρα στον απαιτούμενο βαθμό. Ως αποτέλεσμα, οι ασθενείς σήμερα αντιμετωπίζουν κίνδυνο από τη νέα «πανδημία» των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων, υποδεικνύοντας ελλείψεις στην προετοιμασία και την ενίσχυση του συστήματος υγείας παρά τις μεγάλες δαπάνες.

Αναπτυξιακές ευκαιρίες και στεγαστική πολιτική

Η αναπτυξιακή ευκαιρία που προσέφερε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) φέρεται να χάθηκε, καθώς τα χαμηλότοκα δάνεια κατευθύνθηκαν σε μόλις 48 οικογένειες. Αυτό το γεγονός υποδηλώνει μια συγκέντρωση των πόρων και όχι μια ευρεία διασπορά τους προς όφελος της συνολικής οικονομίας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Επιπλέον, η πολιτική της «χρυσής visa» εφαρμόστηκε με σκοπό τη στήριξη των αρπακτικών διαθέσεων των funds. Αυτά τα funds απέκτησαν σωρηδόν τα σπίτια των κόκκινων δανειοληπτών, χωρίς να έχουν την υποχρέωση αντιπροσφοράς προς τους ιδιοκτήτες. Σε συνδυασμό με την έλλειψη μιας ολοκληρωμένης στεγαστικής πολιτικής, αυτή η πρακτική φέρεται να συνέβαλε στην αύξηση των εμπορικών τιμών των ακινήτων, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους πολίτες.

Με πληροφορίες από: Ieidiseis

Δείτε ακόμα