Τα πλασματικά έτη ασφάλισης αναδεικνύονται σε ένα βασικό εργαλείο για χιλιάδες ασφαλισμένους που βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση. Η αξιοποίησή τους επιτρέπει την κάλυψη κενών στον ασφαλιστικό βίο, βοηθώντας τους να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Σχεδόν ένας στους δύο ασφαλισμένους που οδεύουν προς τη σύνταξη κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας, είτε για να συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο είτε για να επωφεληθεί από ευνοϊκότερες προϋποθέσεις εξόδου.
Οι χρόνοι που αναγνωρίζονται και ο στόχος της συνταξιοδότησης
Στους χρόνους που μπορούν να αναγνωριστούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, περιλαμβάνονται η στρατιωτική θητεία, οι σπουδές, περίοδοι ανεργίας, ασθένειας, καθώς και ο χρόνος ανατροφής τέκνων. Επιπλέον, μπορούν να καλυφθούν ορισμένα κενά που έχουν προκύψει στην ασφαλιστική διαδρομή των εργαζομένων.
Το ενδιαφέρον για τα πλασματικά έτη είναι ιδιαίτερα έντονο για τους ασφαλισμένους που έχουν φτάσει στο 62ο έτος της ηλικίας τους, αλλά δεν έχουν συμπληρώσει τα απαιτούμενα 40 έτη ασφάλισης ή τις 12.000 ημέρες ασφάλισης. Χωρίς αυτή τη δυνατότητα, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλες ειδικές προϋποθέσεις, οι ασφαλισμένοι αυτοί θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι τα 67 τους χρόνια για να λάβουν πλήρη σύνταξη, η οποία συνδέεται τότε με τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης.
Σε ποιους απευθύνεται η αναγνώριση πλασματικών ετών
Η δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικών ετών αποκτά ιδιαίτερη σημασία για όσους ξεκίνησαν αργότερα τον επαγγελματικό τους βίο ή έχουν παρουσιάσει κενά στην ασφαλιστική τους πορεία. Αυτό το εργαλείο είναι κρίσιμο για να «κλειδώσουν» τις απαιτούμενες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης.
Ειδικότερα, παρατηρείται αυξημένο ενδιαφέρον από μη μισθωτούς και από συγκεκριμένες κατηγορίες επιστημόνων, όπως γιατροί και δικηγόροι. Αυτοί οι επαγγελματίες συχνά χρειάζονται πρόσθετο ασφαλιστικό χρόνο για να συμπληρώσουν τα απαραίτητα έτη και να εξασφαλίσουν την έξοδό τους στη σύνταξη.
Το κόστος της εξαγοράς και οι διαφοροποιήσεις
Η αναγνώριση των πλασματικών ετών δεν είναι δωρεάν στις περιπτώσεις όπου προβλέπεται η εξαγορά τους. Το ποσό που καλείται να καταβάλει ο ασφαλισμένος διαφοροποιείται ανάλογα με την ασφαλιστική του ιδιότητα.
Για τους μισθωτούς που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα, το κόστος της εξαγοράς αντιστοιχεί στο 20% των αποδοχών που είχαν τον τελευταίο μήνα πλήρους απασχόλησης, πριν υποβάλουν την αίτηση αναγνώρισης. Αντίστοιχα, για τους ελεύθερους επαγγελματίες, ο υπολογισμός του ποσού γίνεται με βάση την ασφαλιστική κατηγορία και την εισφορά κύριας ασφάλισης που είχαν επιλέξει τον τελευταίο μήνα πριν από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
Με πληροφορίες από: alfavita.gr