Οι τιμές των καυσίμων εκτοξεύονται στην Ελλάδα, διαφορετική αντιμετώπιση από την Ευρώπη

Οι τιμές των καυσίμων εκτοξεύονται στην Ελλάδα, διαφορετική αντιμετώπιση από την Ευρώπη

Σε μια περίοδο έντονων διεθνών γεωπολιτικών αναταράξεων και χρηματιστηριακών διακυμάνσεων στην ενέργεια, τα ελληνικά νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με μια πρωτοφανή πίεση. Οι τιμές των καυσίμων και τα τιμολόγια ρεύματος έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο, σφίγγοντας δραματικά τη θηλιά γύρω από τον λαιμό των καταναλωτών. Η κατάσταση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις άμεσες και γενναίες παρεμβάσεις που λαμβάνουν άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

Οι ευρωπαϊκές παρεμβάσεις κατά της ακρίβειας

Στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης από τις κυβερνήσεις αποκαλύπτει δύο εκ διαμέτρου αντίθετους κόσμους. Από τη μία πλευρά, ευρωπαϊκά κράτη με ισχυρή δημοσιονομική παράδοση και αντανακλαστικά προστασίας της εγχώριας αγοράς επιλέγουν να λάβουν άμεσες, γενναίες και μονομερείς παρεμβάσεις για την ανακούφιση των πολιτών και των επιχειρήσεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γερμανία, η οποία προχωρά σε άμεση μείωση του φόρου στα καύσιμα κατά 17 λεπτά το λίτρο. Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πακέτο στήριξης, ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, που έχει ως στόχο την άμεση ανακούφιση των πολιτών και των επιχειρήσεων της χώρας από το βάρος της ακρίβειας.

Την ίδια στιγμή, η Τσεχία εφαρμόζει μια διαφορετική προσέγγιση, επιβάλλοντας αυστηρό πλαφόν στις τιμές των καυσίμων, τόσο στη βενζίνη όσο και στο ντίζελ. Το μέτρο αυτό χρηματοδοτείται μέσω της επιβολής ενός έκτακτου φόρου στα υπερκέρδη των διυλιστηρίων, δείχνοντας μια αποφασιστική παρέμβαση στην αγορά.

Η στάση της Αθήνας και η αναμονή των Βρυξελλών

Στον αντίποδα των ευρωπαϊκών παρεμβάσεων, η Ελλάδα παρακολουθεί τις εξελίξεις ως θεατής. Το οικονομικό επιτελείο της χώρας δηλώνει ότι «περιμένει το πράσινο φως από τις Βρυξέλλες» προκειμένου να εξετάσει αν και πότε θα μπορέσει να αγγίξει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης.

Ακόμη και στο πλαίσιο του Eurogroup, η ελληνική πλευρά επιχειρεί απλώς να διαπραγματευτεί έναν στοιχειώδη ταμειακό χώρο. Αυτό συμβαίνει την ώρα που οι αντλίες και τα τιμολόγια ρεύματος έχουν ήδη ξεφύγει από κάθε έλεγχο, δημιουργώντας ασφυκτικές συνθήκες για τους καταναλωτές.

Δραματική μείωση της αγοραστικής δύναμης

Η οικονομική πίεση που υφίστανται τα ελληνικά νοικοκυριά δεν εκφράζεται πλέον μόνο με αόριστες διαμαρτυρίες, αλλά αποτυπώνεται με σκληρούς, αμείλικτους αριθμούς. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, το μέσο ελληνικό νοικοκυριό καλείται να διαθέσει πάνω από το 55% του μηνιαίου εισοδήματός του αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των σταθερών αναγκών στέγασης, ενέργειας και διατροφής.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η πραγματική αγοραστική δύναμη των μισθωτών και των συνταξιούχων έχει υποστεί καθίζηση της τάξης του 22% μέσα σε μόλις έναν χρόνο. Αυτή η βίαιη εξάλειψη κάθε δυνατότητας αποταμίευσης και ο εξαναγκασμός των πολιτών σε περικοπές ακόμη και στα είδη πρώτης ανάγκης είναι το αποτέλεσμα της διαφοράς.

Οι σταθερές δαπάνες για ρεύμα, θέρμανση και βασικά είδη σούπερ μάρκετ αυξάνονται με διψήφιους ρυθμούς, ενώ οι ονομαστικοί μισθοί παραμένουν ουσιαστικά καθηλωμένοι. Αυτή η ανισορροπία οδηγεί σε μια διαρκώς επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Η εικόνα στα πρατήρια καυσίμων της χώρας

Η εικόνα στα πρατήρια καυσίμων της χώρας αποτυπώνει ανάγλυφα το μέγεθος της στρέβλωσης που επικρατεί στην αγορά. Η μέση τιμή λιανικής πώλησης της αμόλυβδης πανελλαδικά έχει εκτοξευθεί, φτάνοντας τα 2,173 ευρώ το λίτρο, δημιουργώντας ένα σημαντικό βάρος για τους οδηγούς.

Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, η κατάσταση ξεπερνά τα όρια της οικονομικής παράνοιας. Στις Κυκλάδες, οι τιμές καταγράφονται 20% υψηλότερες από τον ήδη διογκωμένο εθνικό μέσο όρο, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τους κατοίκους και τους επισκέπτες των νησιών.

Πρωταθλήτρια στην ακριβή βενζίνη αναδεικνύεται η Σαντορίνη, όπου η τιμή της αμόλυβδης αγγίζει τα 2,615 ευρώ το λίτρο. Αυτή η τιμή αναδεικνύει τις ακραίες διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στην ελληνική αγορά καυσίμων, με συγκεκριμένες περιοχές να πλήττονται δυσανάλογα.

Με πληροφορίες από: Topontiki

Δείτε ακόμα