Τα υψηλά επιτόκια «πνίγουν» νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Τα υψηλά επιτόκια «πνίγουν» νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Η διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα αναδεικνύεται σε έναν «βουβό» αλλά εξαιρετικά επώδυνο παράγοντα που συρρικνώνει τα εισοδήματα. Το αυξημένο κόστος δανεισμού απορροφά το διαθέσιμο εισόδημα, περιορίζει τη ρευστότητα και φρενάρει τις επενδύσεις και τις προσλήψεις. Αυτή η κατάσταση λειτουργεί ως μια πρόσθετη μηνιαία επιβάρυνση, δεσμεύοντας πόρους που προορίζονταν για βασικές ανάγκες, επενδύσεις ή αποταμίευση, χωρίς να προσφέρει καμία επιπλέον αξία ή προϊόν.

Επιβάρυνση για τα νοικοκυριά με κυμαινόμενο επιτόκιο

Για τα νοικοκυριά που έχουν επιλέξει κυμαινόμενο επιτόκιο, η άνοδα των επιτοκίων μεταφράζεται άμεσα σε απώλεια διαθέσιμου εισοδήματος. Η μηνιαία δόση αυξάνεται, αφαιρώντας πόρους από τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα μεσαίο στεγαστικό δάνειο ύψους 100.000 ευρώ, με εναπομείνασα διάρκεια 20 ετών. Εάν το επιτόκιο αυξηθεί από 3,0% σε 4,5%, η μηνιαία δόση ανεβαίνει από τα 555 ευρώ στα 633 ευρώ. Αυτή η διαφορά των 78 ευρώ τον μήνα μεταφράζεται σε μια συνολική ετήσια επιβάρυνση 936 ευρώ. Στην πράξη, αυτή η αύξηση ισοδυναμεί με την απώλεια σχεδόν ενός ολόκληρου μηνιαίου μισθού από τον οικογενειακό προϋπολογισμό σε ετήσια βάση.

Δυσκολία στην ανακύκλωση χρέους σε καταναλωτικά δάνεια

Στον τομέα των καταναλωτικών δανείων και των πιστωτικών καρτών, όπου τα ονομαστικά επιτόκια βρίσκονται ήδη σε υψηλά επίπεδα, κάθε επιπλέον μονάδα καθιστά την ανακύκλωση του χρέους εξαιρετικά δύσκολη. Οι δανειολήπτες αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος, παρόλο που η μηνιαία διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή.

Για παράδειγμα, σε μια οφειλή ύψους 8.000 ευρώ με πενταετή διάρκεια αποπληρωμής, μια αύξηση του επιτοκίου από 11,0% σε 13,0% ανεβάζει τη μηνιαία δόση από τα 174 ευρώ στα 182 ευρώ. Αν και η μηνιαία διαφορά είναι 8 ευρώ, το συνολικό επιπλέον κόστος τόκων στη βάση της πενταετίας ξεπερνά τα 480 ευρώ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο δανειολήπτης να εγκλωβίζεται σε διαρκείς πληρωμές τόκων, χωρίς ουσιαστική μείωση του αρχικού κεφαλαίου.

Διπλή πίεση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με μια διπλή πίεση λόγω των υψηλών επιτοκίων. Από τη μία πλευρά, βλέπουν το κόστος εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους να αυξάνεται σημαντικά. Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται μείωση της αγοραστικής δύναμης των πελατών τους, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τον κύκλο εργασιών τους.

Στις πιστώσεις κεφαλαίου κίνησης, μια μικρομεσαία επιχείρηση που διατηρεί ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ύψους 150.000 ευρώ αντιμετωπίζει αύξηση του ετήσιου κόστους τόκων. Συγκεκριμένα, από 9.000 ευρώ με επιτόκιο 6,0%, το κόστος ανεβαίνει στα 12.000 ευρώ με επιτόκιο 8,0%. Αυτό σημαίνει μια καθαρή επιβάρυνση 3.000 ευρώ τον χρόνο για την επιχείρηση.

Αυξημένο κόστος για επενδυτικά δάνεια και συνέπειες

Αντίστοιχα, στα επενδυτικά δάνεια, η αύξηση των επιτοκίων έχει σημαντικό αντίκτυπο. Σε ένα επενδυτικό δάνειο ύψους 300.000 ευρώ, μια αύξηση του επιτοκίου από 5,5% σε 7,0% εκτινάσσει τους ετήσιους τόκους από τα 16.500 ευρώ στα 21.000 ευρώ. Αυτό αφαιρεί επιπλέον 4.500 ευρώ από τα ταμεία της επιχείρησης, μειώνοντας τη διαθέσιμη ρευστότητά της.

Για μια μικρομεσαία επιχείρηση με στενά περιθώρια κέρδους, αυτή η απώλεια ρευστότητας μπορεί να ισοδυναμεί με το ετήσιο κόστος ενέργειας του καταστήματος ή ένα μέρος του μισθολογικού κόστους ενός υπαλλήλου. Ως αποτέλεσμα, η επιχείρηση αναγκάζεται είτε να παγώσει νέες προσλήψεις είτε να μετακυλίσει το αυξημένο κόστος στις τελικές τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών της.

Με πληροφορίες από: Topontiki

Δείτε ακόμα