Οι «κρυμμένοι» άνεργοι και η απόκλιση στις μετρήσεις της ΕΛΣΤΑΤ και της ΔΥΠΑ

Οι «κρυμμένοι» άνεργοι και η απόκλιση στις μετρήσεις της ΕΛΣΤΑΤ και της ΔΥΠΑ

Παρόλο που η ανεργία έχει σημειώσει σημαντική υποχώρηση, η πραγματική εικόνα της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Στη σκιά των επίσημων στατιστικών στοιχείων της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ), κρύβεται ένας μεγάλος αριθμός πολιτών που, ενώ είναι εγγεγραμμένοι στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), δεν καταγράφονται ως στατιστικά άνεργοι. Αυτή η απόκλιση δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με το πραγματικό μέγεθος της ανεργίας και τις συνθήκες απασχόλησης στη χώρα.

Εντυπωσιακή απόκλιση στα στοιχεία της ανεργίας

Σύμφωνα με μελέτη που εκπονήθηκε από εργαζομένους του Πανελλήνιου Συλλόγου (ΠΑΝΣΥΠΟ) του πρώην ΟΑΕΔ, παρατηρείται μια εντυπωσιακή απόσταση ανάμεσα στη στατιστική ανεργία και στο διοικητικό μητρώο της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης. Συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του 2025, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραφε 354.904 στατιστικά ανέργους.

Τον ίδιο μήνα, ωστόσο, το μητρώο της ΔΥΠΑ περιλάμβανε 915.889 εγγεγραμμένους ανέργους. Αυτό σημαίνει ότι υπήρχαν 560.985 περισσότεροι εγγεγραμμένοι άνεργοι στη ΔΥΠΑ σε σύγκριση με τους στατιστικά ανέργους της ΕΛΣΤΑΤ.

Η εξέλιξη της διαφοράς ανάμεσα στις μετρήσεις

Οι δύο μετρήσεις, αυτές της ΕΛΣΤΑΤ και της ΔΥΠΑ, βασίζονται σε διαφορετικούς ορισμούς και δεν πρέπει να συγχέονται. Ωστόσο, η απόσταση μεταξύ τους έχει αυξηθεί εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά, το 2019 αντιστοιχούσαν 1,46 εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ (τότε ΟΑΕΔ) για κάθε στατιστικά άνεργο που κατέγραφε η ΕΛΣΤΑΤ.

Μέχρι το 2025, ο λόγος αυτός είχε φτάσει στο 2,58 προς 1. Αυτό υποδηλώνει ότι για κάθε έναν άνεργο που καταγράφεται από την ΕΛΣΤΑΤ, κρύβονται σχεδόν άλλοι δύο που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα της ΔΥΠΑ.

Η ελληνική πρωτιά στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Μια συγκριτική έρευνα του ΠΑΝΣΥΠΟ, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 22 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανέδειξε την ελληνική απόκλιση ως τη μεγαλύτερη στο συγκεκριμένο δείγμα. Η διαφορά έφτανε το +158%.

Παρόλο που η σύγκριση αυτή δεν αποτελεί επίσημη κατάταξη της Eurostat, καθώς τα διοικητικά μητρώα κάθε χώρας λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες, θέτει ένα σημαντικό ερώτημα. Το ερώτημα αυτό αφορά το ποιοι είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που παραμένουν συνδεδεμένοι με τη ΔΥΠΑ χωρίς να καταγράφονται ως στατιστικά άνεργοι και τι ακριβώς κάνει η δημόσια υπηρεσία απασχόλησης για την επανένταξή τους στην αγορά εργασίας.

Υψηλή κινητικότητα στην αγορά εργασίας

Μια πρώτη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα μπορούν να δώσουν τα στοιχεία που αφορούν τις προσλήψεις και τις απολύσεις. Το 2025 καταγράφηκαν 3.383.976 προσλήψεις, ενώ οι απολύσεις ήταν λίγο λιγότερες. Αυτό το εύρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

Σημαίνει ότι το σύνολο του εργατικού δυναμικού του αυστηρά ιδιωτικού τομέα, το οποίο ανέρχεται σε 2,8 εκατομμύρια άτομα, απολύεται και επαναπροσλαμβάνεται στη διάρκεια του έτους μία ή και δύο φορές. Από αυτόν τον υπολογισμό εξαιρούνται περίπου 1 εκατομμύριο δημόσιοι υπάλληλοι και οι μόνιμοι εργαζόμενοι των πρώην ΔΕΚΟ και οργανισμών.

Οι λόγοι πίσω από την ασυνήθιστη κινητικότητα

Αυτή η ασυνήθιστη κινητικότητα στην ελληνική αγορά εργασίας έχει στη βάση της διάφορους παράγοντες. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι οι χαμηλοί μισθοί, οι οποίοι οδηγούν εργαζομένους να παραιτούνται αναζητώντας καλύτερες συνθήκες απασχόλησης και αμοιβής.

Επιπλέον, η εποχικότητα της απασχόλησης στην Ελλάδα, ιδίως λόγω του τουριστικού τομέα, συμβάλλει στη δημιουργία πολλών κενών διαστημάτων στην εργασιακή πορεία των πολιτών. Αυτά τα διαστήματα δεν καλύπτονται από τις στατιστικές μετρήσεις της ανεργίας, αφήνοντας ένα σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού σε μια «γκρίζα ζώνη».

Η εικόνα των μισθών

Σε σχέση με τους μισθούς, ο μέσος μισθός στην Ελλάδα κινείται σε χαμηλότερο ονομαστικά επίπεδο από ό,τι το 2010. Αυτό αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο για την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.

Ο πραγματικός βασικός μισθός ανέρχεται σήμερα στα 700 ευρώ σε όρους αγοραστικής δύναμης. Αντιθέτως, η τελευταία Εθνική Συλλογική Σύμβαση, που υπογράφηκε πριν από 16 χρόνια, προέβλεπε έναν βασικό μισθό 751 ευρώ. Η διαφορά αυτή υπογραμμίζει τις πιέσεις που δέχονται τα εισοδήματα των εργαζομένων.

Με πληροφορίες από: Ieidiseis

Δείτε ακόμα