Η συζήτηση για την «πατριωτική εισφορά» και οι εκτιμήσεις για τα έσοδα

Η συζήτηση για την «πατριωτική εισφορά» και οι εκτιμήσεις για τα έσοδα

Η ανακοίνωση της «Πατριωτικής Εισφοράς» από τον Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη πυροδότησε μια εκτεταμένη συζήτηση στην Ελλάδα, η οποία στην Ευρώπη διεξάγεται εδώ και αρκετά χρόνια. Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται αφορά το πραγματικό ύψος των εσόδων που μπορεί να αποφέρει ένας φόρος στον μεγάλο πλούτο. Οι αρχικές εκτιμήσεις για τα δυνητικά έσοδα παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα του ζητήματος.

Οι διαφορετικοί υπολογισμοί για τα πιθανά έσοδα

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΛ.Α.Σ., ένας ετήσιος φόρος της τάξης του 1% στην καθαρή περιουσία του πλουσιότερου 1% των Ελλήνων πολιτών θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 2,02 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Ωστόσο, η κυβέρνηση, διά του Άκη Σκέρτσου, εξέφρασε την άποψη ότι οι συγκεκριμένοι αριθμοί «δεν βγαίνουν» και υπολόγισε τα δυνητικά έσοδα σε μόλις 145 εκατομμύρια ευρώ.

Η σημαντική αυτή διαφορά στις εκτιμήσεις οφείλεται στο γεγονός ότι ο κυβερνητικός υπολογισμός βασίστηκε στα δηλωθέντα εισοδήματα περίπου 67.000 φορολογουμένων. Αντίθετα, η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα αφορά την καθαρή περιουσία, γεγονός που υποδηλώνει δύο εντελώς διαφορετικές φορολογικές βάσεις. Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, αναφέρθηκαν και «γκάφες» επιτελών της ΕΛ.Α.Σ., όπως αυτή του Γιώργου Παππά, ο οποίος θεώρησε ότι θα πρέπει να ανοίξουν και οι θυρίδες που περιέχουν κοσμήματα, μετρητά και διαβατήρια.

Η ογκώδης μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Για την ουσιαστική αξιολόγηση των παραπάνω ισχυρισμών, υπάρχει ένα τρίτο σημείο αναφοράς. Τον περασμένο Απρίλιο δημοσιεύθηκε μια ογκώδης μελέτη, η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αντικείμενο αυτής της μελέτης ήταν ακριβώς η φορολόγηση του πλούτου, της καθαρής περιουσίας και των κεφαλαίων.

Η μελέτη αποτελείται από δύο τόμους και περιλαμβάνει διεθνείς συγκρίσεις, καθώς και επτά αναλυτικές μελέτες περιπτώσεων χωρών που είτε εφαρμόζουν είτε έχουν εφαρμόσει στο παρελθόν τέτοιου είδους φόρους. Τα ευρήματά της προσφέρουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τις προκλήσεις και την αποτελεσματικότητα της φορολόγησης του πλούτου.

Βασικά συμπεράσματα για την απόδοση των φόρων περιουσίας

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι οι φόροι περιουσίας δεν αποδίδουν ποτέ όσο υπόσχονται αρχικά. Σε καμία από τις εξεταζόμενες χώρες δεν ξεπέρασαν το 2% των συνολικών εσόδων. Αυτό το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματική είσπραξη εσόδων έχει συγκεκριμένες αιτίες, οι οποίες αναλύονται λεπτομερώς στην έκθεση.

Οι λόγοι για αυτή την απόκλιση περιλαμβάνουν την απαλλαγή επιχειρηματικών περιουσιακών στοιχείων, την έκπτωση της κύριας κατοικίας, τη χρήση αντικειμενικών αξιών αντί για πραγματικές, καθώς και την ύπαρξη οροφής στο εισόδημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γαλλία, όπου το πλουσιότερο 0,001% των φορολογουμένων πλήρωνε τελικά 0,1% αντί για το προβλεπόμενο 1,5%.

Η μελέτη είναι σαφής ως προς το ότι τα 2,02 δισεκατομμύρια ευρώ που υπολογίζει η ΕΛ.Α.Σ. αποτελούν το ανώτατο όριο εσόδων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη καμία απαλλαγή. Το ρεαλιστικό εύρος για την Ελλάδα, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, κυμαίνεται μεταξύ 0,5 και 1,0 δισεκατομμυρίων ευρώ, και μάλιστα, η επίτευξη αυτών των εσόδων δεν αναμένεται πριν από το έτος 2028.

Η πρόταση Ζικμάν και οι διαφορές της

Στη συζήτηση για τη φορολόγηση του πλούτου, αναφέρεται και η πρόταση του Ζικμάν, η οποία διαφέρει από αυτή που συζητείται στην Ελλάδα. Ο Ζικμάν προτείνει έναν φόρο 2% σε περιουσίες άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ. Εφαρμόζοντας αυτή την προσέγγιση στην Ελλάδα, όπου υπάρχουν 13 δισεκατομμυριούχοι και λίγες εκατοντάδες «centi-εκατομμυριούχοι», το δυνητικό έσοδο εκτιμάται σε περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ.

Αντίθετα, η προσέγγιση της ΕΛ.Α.Σ. θέτει ένα κατώφλι του 1 εκατομμυρίου ευρώ, κάτι που αφορά περίπου 85.000 άτομα. Για την εφαρμογή αυτής της πρότασης απαιτείται η δημιουργία περιουσιολογίου, η χρήση ορκωτών εκτιμητών και η θέσπιση φόρου εξόδου (exit tax). Παρόλα αυτά, το αναμενόμενο έσοδο είναι περίπου το ίδιο, δηλαδή 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Αυτό υποδεικνύει έναν περίπλοκο διοικητικό μηχανισμό, ο οποίος δεν αποδίδει τα ανάλογα με την πολυπλοκότητά του.

Εκτιμήσεις της Κομισιόν από έκθεση του Μαρτίου

Σε μια έκθεση που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Μάρτιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέληξε σε μια εκτίμηση σχετικά με τη φορολόγηση του πλούτου στην Ελλάδα. Η εκτίμηση αυτή υποδεικνύει ότι η φορολόγηση των 13 δισεκατομμυριούχων της χώρας, καθώς και ορισμένων «υπέρ»-εκατομμυριούχων, είναι μια σαφώς πιο εύκολη διαδικασία σε σύγκριση με άλλες προσεγγίσεις.

Αυτή η διαπίστωση της Κομισιόν υπογραμμίζει την ανάγκη για στοχευμένες και εφαρμόσιμες λύσεις στη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας και τις πρακτικές δυσκολίες στην υλοποίηση τέτοιων μέτρων.

Με πληροφορίες από: Topontiki

Δείτε ακόμα