Ένα ναυάγιο ηλικίας περίπου 400 ετών, που χρονολογείται στον 17ο αιώνα, εντοπίστηκε πρόσφατα στη βορειοανατολική Γερμανία. Η ανακάλυψη έγινε στον κόλπο του Γκράιφσβαλντ, κατά τη διάρκεια εργασιών για την κατασκευή αγωγού υγροποιημένου φυσικού αερίου. Παρά την κακή κατάσταση του ξύλινου πλοίου, οι αρχαιολόγοι κατάφεραν να ανασύρουν δεκάδες αντικείμενα, προσφέροντας σημαντικές πληροφορίες για την εποχή και τη ζωή του πληρώματος, ενώ ένα από αυτά παραμένει ένα άλυτο μυστήριο.
Η ανακάλυψη και η χρονολόγηση του ναυαγίου
Το ναυάγιο, ένα ξύλινο πλοίο, εντοπίστηκε κατά τη διάρκεια των εργασιών για τον αγωγό υγροποιημένου φυσικού αερίου, στην περιοχή του κόλπου του Γκράιφσβαλντ. Οι πρώτες εκτιμήσεις το χρονολογούν στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα, υποδεικνύοντας μια ηλικία περίπου 400 ετών. Η κατάσταση του πλοίου περιγράφεται ως πολύ κακή, ωστόσο η λάσπη του βυθού συνέβαλε στη διατήρηση πολλών αντικειμένων.
Για την ακριβέστερη χρονολόγηση, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της δενδροχρονολόγησης, η οποία έδειξε ότι το ξύλο από το οποίο κατασκευάστηκε το πλοίο προερχόταν από δέντρα που κόπηκαν μεταξύ των ετών 1615 και 1639. Αυτά τα στοιχεία επιβεβαιώνουν την προέλευση του σκάφους από τον 17ο αιώνα και παρέχουν ένα ακριβές χρονολογικό πλαίσιο για την ιστορία του.
Τα ευρήματα και το παράξενο αντικείμενο
Συνολικά, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν 60 ευρήματα μέσα στη λάσπη του βυθού. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται άγκυρες, σχοινιά, τμήματα παπουτσιών και διάφορα εργαλεία. Τα αντικείμενα αυτά θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για το πλοίο, τις δραστηριότητές του και την καθημερινότητα του πληρώματός του.
Ωστότε, ανάμεσα στα ανασυρθέντα ευρήματα υπήρχε και ένα αντικείμενο που συνεχίζει να προβληματίζει τους ερευνητές, καθώς η φύση και η χρήση του παραμένουν ένα μυστήριο. Οι αρχαιολόγοι προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν τη λειτουργία του, καθώς δεν έχει ταυτοποιηθεί με κανένα γνωστό εξάρτημα της εποχής.
Οι δύσκολες συνθήκες της αρχαιολογικής έρευνας
Οι αρχαιολόγοι αντιμετώπισαν σοβαρές προκλήσεις κατά τη μελέτη του ναυαγίου, καθώς ο χρόνος ήταν εξαιρετικά περιορισμένος λόγω των εν εξελίξει εργασιών κατασκευής του αγωγού. Ομάδες αποτελούμενες από πέντε δύτες πραγματοποίησαν εντατικές εργασίες, φτάνοντας σε βάθος περίπου 7,6 μέτρων. Συνολικά, πραγματοποιήθηκαν 22 καταδύσεις μέσα σε μόλις 12 ημέρες, γεγονός που υπογραμμίζει την πίεση χρόνου.
Οι συνθήκες στον βυθό ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς. Η μαλακή λάσπη και τα θολά νερά περιόριζαν σημαντικά την ορατότητα, καθιστώντας δύσκολη την εργασία των δυτών. Επιπλέον, πολλά από τα αντικείμενα ήταν διασκορπισμένα και σχεδόν εξ ολοκλήρου θαμμένα στη λάσπη. Παρά τις δυσκολίες, οι ερευνητές κατάφεραν να καταγράψουν το ναυάγιο στο σημείο όπου βρισκόταν και να ανασύρουν τα ευρήματα για περαιτέρω μελέτη.
Η κατασκευή του πλοίου και ενδείξεις βύθισης
Ένα από τα μεγαλύτερα σωζόμενα τμήματα του κύτους του πλοίου είχε μήκος περίπου 7,3 μέτρα. Η κατασκευή του σκάφους είχε γίνει με την παραδοσιακή τεχνική clinker, η οποία χαρακτηρίζεται από την επικάλυψη των ξύλινων σανίδων του κύτους μεταξύ τους. Οι σανίδες στερεώνονταν με σιδερένια καρφιά, ενώ το κύτος είχε στεγανοποιηθεί με πίσσα, μια κοινή πρακτική της εποχής για την προστασία από το νερό.
Οι ενδείξεις σχετικά με τη βύθιση του πλοίου περιλαμβάνουν την παρουσία δύο σιδερένιων αγκυρών, ενός ξύλινου πλωτήρα και μεγάλων τμημάτων σχοινιού. Αυτά τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι το πλοίο πιθανότατα βρισκόταν αγκυροβολημένο στον κόλπο κατά τη στιγμή που βυθίστηκε. Παράλληλα, ίχνη καμένου ξύλου που εντοπίστηκαν στο ναυάγιο υποδεικνύουν ότι μια πυρκαγιά ενδέχεται να έπαιξε ρόλο στην καταστροφή και τη βύθισή του.
Ειδικά ευρήματα και ο εξοπλισμός του πληρώματος
Ανάμεσα στα εντυπωσιακά ευρήματα συγκαταλέγεται ένας σωλήνας αντλίας, ο οποίος χρησιμοποιούνταν για την απομάκρυνση του νερού από το εσωτερικό του πλοίου. Ο σωλήνας είχε μήκος σχεδόν 3,7 μέτρα και ήταν κατασκευασμένος από έναν ενιαίο κορμό βελανιδιάς. Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι το πάνω άκρο του λειτουργούσε ως έξοδος, διοχετεύοντας το νερό προς το πλάι του πλοίου και στη συνέχεια στη θάλασσα. Κοντά στο άνοιγμά του βρέθηκαν επίσης δύο μεταλλικά εξαρτήματα, τα οποία πιθανότατα χρησίμευαν για τη στερέωση του μηχανισμού της χειροκίνητης αντλίας.
Επιπλέον, οι αρχαιολόγοι βρήκαν διάφορα εργαλεία, όπως καλέμια, τρυπάνια και εξοπλισμό ακονίσματος. Η παρουσία αυτών των εργαλείων υποδηλώνει ότι το πλήρωμα του πλοίου διέθετε τον απαραίτητο εξοπλισμό για να πραγματοποιεί επισκευές πάνω στο πλοίο κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, γεγονός που μαρτυρά την αυτονομία και την ικανότητα συντήρησης του σκάφους εν πλω.
Με πληροφορίες από: Gazzetta