Κορονοϊός: Η διατροφή που μειώνει κατά 40% τον κίνδυνο σοβαρής νόσου

Κορονοϊός: Η διατροφή που μειώνει κατά 40% τον κίνδυνο σοβαρής νόσου

Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Gut από ερευνητές της Ιατρικής Σχολής King’s and Harvard εξέτασε δεδομένα από σχεδόν 600.000 συμμετέχοντες στη διαδικτυακή μελέτη ZOE COVID διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που ακολουθούσαν διατροφή υψηλότερης ποιότητας είχαν περίπου 10% λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν COVID-19 από εκείνους με τη διατροφή χαμηλότερης ποιότητας και 40% λιγότερες πιθανότητες να νοσήσουν σοβαρά.

Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με τα τρόφιμα που κατανάλωσαν τον Φεβρουάριο του 2020 (προ πανδημίας), καθιστώντας την πρώτη μακροχρόνια μελέτη για τη διατροφή και την COVID-19 και την πρώτη που δείχνει ότι η υγιεινή διατροφή περιορίζει τις αρχικές πιθανότητες ανάπτυξης της νόσου.

Αντί να εξετάσει συγκεκριμένα τρόφιμα ή θρεπτικά συστατικά, η έρευνα σχεδιάστηκε να εξετάσει ευρύτερα διατροφικά μοτίβα, τα οποία αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο τρώνε οι άνθρωποι. Η έρευνα παρήγαγε μια «βαθμολογία ποιότητας διατροφής» που αντικατοπτρίζει τη συνολική αξία της διατροφής ενός ανθρώπου. Βρέθηκε, λοιπόν, ότι οι τύποι διατροφής με υψηλές βαθμολογίες ποιότητας περιέχουν φυτικής προέλευσης τρόφιμα όπως τα φρούτα, τα λαχανικά και τα δημητριακά ολικής άλεσης, καθώς και λιπαρά ψάρια, λιγότερα επεξεργασμένα τρόφιμα και ραφιναρισμένους υδατάνθρακες. Η χαμηλή βαθμολογία διατροφής σχετίστηκε με διατροφές με πολλά υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και χαμηλές ποσότητες τροφίμων φυτικής προέλευσης.

Οι ερευνητές βρήκαν ότι οι άνθρωποι που ακολουθούσαν διατροφή υψηλότερης ποιότητας είχαν σχεδόν 10% λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν COVID-19 σε σχέση με αυτούς της λιγότερο θρεπτικής διατροφής και 40% λιγότερες πιθανότητες να νοσήσουν σοβαρά αν τελικά ανέπτυσσαν COVID-19. Σημειώνεται ότι το 19% των συμμετεχόντων κόλλησαν COVID-19.

Η σχέση ανάμεσα στην ποιότητα της διατροφής και τον κίνδυνο COVID-19 παρέμεινε και μετά την προσαρμογή σε όλους τους πιθανούς συνυπάρχοντες παράγοντες, όπως η ηλικία, ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), η εθνικότητα, το κάπνισμα, η φυσική δραστηριότητα και τα υποκείμενα νοσήματα. Υπ’όψιν λήφθηκαν, επίσης, οι συνήθειες σχετικά με τη χρήση μάσκας και η πυκνότητα του πληθυσμού.

Οι επιπτώσεις της διατροφής ενισχύθηκαν από καταστάσεις της προσωπικής ζωής κάθε ατόμου, με τους ανθρώπους που ζούσαν σε γειτονιές χαμηλού εισοδήματος και ακολουθούσαν διατροφή χαμηλότερης ποιότητας να διατρέχουν 25% μεγαλύτερο κίνδυνο από τον κορωνοϊό συγκριτικά με ανθρώπους από πιο εύπορες κοινότητες που έτρωγαν με τον ίδιο τρόπο.

Βάσει αυτών των αποτελεσμάτων, οι ερευνητές εκτιμούν ότι σχεδόν το 1/4 των περιστατικών κορωνοϊού θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν δεν υπήρχαν αυτές οι διαφορές στην ποιότητα της διατροφής και την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση.

Αυτό υπογραμμίζει περαιτέρω ότι η καλύτερη πρόσβαση σε πιο θρεπτικά, υγιεινά τρόφιμα θα μπορούσε να είναι ουσιαστικά για τη βελτίωση της δημόσιας υγείας, ιδιαίτερα ανάμεσα στα μη προνομιούχα μέλη της κοινωνίας.

ygeiamou