Η κατανάλωση γάλακτος μπορεί να μειώσει τα επίπεδα χοληστερόλης

Η κατανάλωση γάλακτος μπορεί να μειώσει τα επίπεδα χοληστερόλης

Η μελέτη αποτελείται από μια μετα-ανάλυση τριών ερευνών στις οποίες συμμετείχαν πάνω από 400.000 άτομα. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι παρόλο που το γάλα οδηγεί σε υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) και σωματικό λίπος, εξακολουθεί να μειώνει τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου.

Το γάλα είναι μια σύνθετη ουσία. Για παράδειγμα, περιέχει πρωτεΐνες και αμινοξέα καθώς και κορεσμένα λίπη. 
Ίσως αυτός να είναι ο λόγος για τον οποίο οι προσπάθειες να προσδιοριστεί οριστικά ο ρόλος της ουσίας αυτής στις καρδιομεταβολικές ασθένειες και η επίδρασή της στα επίπεδα χοληστερόλης να έχουν προκαλέσει αντιφατικά αποτελέσματα.

Μια πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Reading στο Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρεί να επιλύσει τέτοιες αντιφάσεις. Η μελέτη βασίζεται σε μια μετα-ανάλυση τριών υπαρχόντων μελετών μεγάλου πληθυσμού.

Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα άτομα που καταναλώνουν γαλακτοκομικά,  έχουν χαμηλότερα επίπεδα και των δύο τύπων χοληστερόλης και χαμηλότερο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου από τα άτομα που δεν πίνουν γάλα.

Παρόλα αυτά, οι άνθρωποι που πίνουν γάλα έχουν υψηλότερο Δείκτη Μάζας Σώματος και περισσότερο σωματικό λίπος. Αυτοί θεωρούνται συνήθως παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά προβλήματα.

Ο κύριος συγγραφέας της μελέτης Vimal Karani , καθηγητής nutrigenetics και nutrigenomics στο Πανεπιστήμιο του Reading, συνοψίζει τα ευρήματα της μελέτης:

"Βρήκαμε ότι μεταξύ των συμμετεχόντων με  με την υψηλότερη πρόσληψη γάλακτος, είχαν υψηλότερο ΔΜΣ  σωματικό λίπος, αλλά σημαντικά είχαν χαμηλότερα επίπεδα καλής και κακής χοληστερόλης. Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι η μείωση της πρόσληψης γάλακτος μπορεί να μην είναι απαραίτητη για την πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων. "

Η μελέτη ήταν μια συνεργασία στην οποία συμμετείχαν ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Reading, το Πανεπιστήμιο της Νότιας Αυστραλίας στην Αδελαΐδα, το Ινστιτούτο Υγείας και Ιατρικής Έρευνας της Νότιας Αυστραλίας, επίσης στην Αδελαΐδα, το University College London στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Πανεπιστήμιο του Ώκλαντ στη Νέα Ζηλανδία.

Τα ευρήματα της έρευνας έχουν δημοσιευτεί στο International Journal of ObesityTrusted Source.

https://www.iatronet.gr