Μια νέα μελέτη προειδοποιεί ότι λοσιόν και σαπούνια για μωρά πιθανόν εκθέτουν τα νήπια σε βλαβερές χημικές ουσίες που ονομάζονται φθαλικά άλατα. «Προς το παρόν δεν ξέρουμε ποιες είναι οι πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των ουσιών αυτών στην υγεία, αλλά μεγάλος αριθμός μελετών σε πειραματόζωα καταδεικνύει αναπτυξιακή και αναπαραγωγική τοξικότητα (από φθαλικά άλατα), ενώ από λίγες μελέτες σε ανθρώπους έχουν καταγραφεί επιπτώσεις στην υγεία», υπογράμμισε στο Reuters Health η δρ Sheela Sathyanarayana.
Τα φθαλικά άλατα χρησιμοποιούνται για να κάνουν εύκαμπτα τα πλαστικά και για να σταθεροποιούν τα χρώματα, ενώ απαντώνται σε πληθώρα καταναλωτικών προϊόντων συμπεριλαμβανομένων των παιχνιδιών, των προϊόντων προσωπικής περιποίησης και των ιατρικών συσκευών.
Oπως ανακοινώθηκε (ηλεκτρονικά) στο περιοδικό Journal of Pediatrics, η δρ Sathyanarayana, από το Πανεπιστήμιο Washington, στο Σιάτλ των ΗΠΑ και οι συνεργάτες της μέτρησαν στις πάνες 163 νηπίων ηλικίας 2 έως 28 μηνών τα επίπεδα διασπάσεως φθαλικών αλάτων στα ούρα.
Αυξημένες συγκεντρώσεις στα δείγματα
Oλα τα δείγματα περιείχαν τουλάχιστον ένα φθαλικό άλας σε μετρήσιμα επίπεδα και 81% των δειγμάτων είχαν μετρήσιμες ποσότητες επτά ή περισσότερων φθαλικών αλάτων.
«Βρήκαμε ότι η χρησιμοποίηση λοσιόν, σαπουνιού και ταλκ για νήπια, είχε σχέση με αυξημένες συγκεντρώσεις μονοαιθυλοφθαλικού άλατος (ΜΕΡ), μονομεθυλοφθαλικού άλατος (ΜΜΡ) και μονοσοβουτυλοφθαλικού άλατος (ΜΙΒΡ) σε ούρα νηπίου», είπε η δρ Sathyanarayana. Η σχέση αυτή ήταν ισχυρότερη σε νήπια, μικρότερα των 8 μηνών, «τα οποία ίσως είναι πιο ευάλωτα στην αναπτυξιακή και αναπαραγωγική τοξικότητα των φθαλικών αλάτων», επεσήμαναν οι ερευνητές στην ανακοίνωσή τους.
Σήμερα, οι παραγωγοί στις ΗΠΑ δεν είναι υποχρεωμένοι να αναγράφουν το περιεχόμενο φθαλικών αλάτων στις ετικέτες της συσκευασίας των προϊόντων δυσκολεύοντας έτσι τις αποφάσεις των γονέων, συμπληρώνουν οι ερευνητές.
«Εάν οι γονείς επιθυμούν να ελαττώσουν την έκθεση των παιδιών τους μπορούν να χρησιμοποιούν ελάχιστες ποσότητες λοσιόν, σαπουνιού και ταλκ νηπίων, εκτός εάν υπάρχει άλλη υπόδειξη για ιατρικούς λόγους, καταλήγει η δρ Sathyanarayana.




